Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Με αφορμή ένα γλυπτό-"Η ψυχή του τόπου"



Γλυπτά της Β.Ξένου, έκθεση "Η ψυχή του τόπου", στον Εθνικό Κήπο.

Με αφορμή ένα γλυπτό "Η ψυχή του τόπου"



Με αφορμή ένα γλυπτό.

Περιηγηθείτε στον Εθνικό Κήπο, απολαύστε τα έργα της Β.Ξένου ("Η ψυχή του τόπου") και γράψτε κείμενα με αφορμή κάποιο από τα γλυπτά της.
Ιδού εικόνες κάποιων έργων για έμπνευση.
Στείλτε τις ιστορίες σας στο svoronou@gmail.com. Με όνομα και τίτλο και αναφορά σε ποιο γλυπτό αναφέρονται.
Στη συνέχεια διαβάζετε κείμενα για το γλυπτό ΕΛΕΥΣΙΣ.

Η απόκριση


Της Μαρίας Γρηγοροπούλου



Το παρόν στεκόταν ακίνητο. Μονάχο. Κι όμως. Ήταν εδώ, ήταν κι εκεί, κι εκεί…
Είχε μάτια αλλά τίποτα να δει. Δες!
Είχε στόμα μα κανέναν να μιλήσει. Μίλα!
Είχε. Δεν είχε;
Παρόν. Μέλλον;
Είχε; Δεν είχε.
Μέλλον; Παρόν.

Μα πώς να πάρει απόκριση. Ρώτα!

Είχες τα μάτια δεμένα


Της Αλίκης Λαδά

EΛΕΥΣΙΣ ΙΙ
Ένα μικρό οδοιπορικό στον Εθνικό Κήπο όπου εκθέτει 87 γλυπτά η Βάνα Ξένου εμπνευσμένα από τα Ελευσίνια Μυστήρια

Είχες τα μάτια δεμένα
Είχες τα μάτια δεμένα και στεκόσουν στο τέλος της πομπής . Είκοσι έξι είμαστε. Σταθήκαμε στο έμπα της Ελευσίνας να κοιτάμε τα πρόσωπά μας. Πρόσωπα απορημένα.
Άλλα γερμένα στη γη και στο χώμα που πάντα μας γεννάει και άλλα στον καθαρό αέρα προς τον ουρανό να θέλουν να μαντέψουν τις προθέσεις των θεών.
Είχες τα μάτια δεμένα λες και δεν ήθελες άλλα να μάθεις πλέον. Η ματαιοδοξία των ανθρώπων, και η αδηφαγία σε κούρασε. Ένιωθες το απρόβλεπτο να έρχεται χωρίς να μπορείς να παρέμβεις. Κ αι γιατί να το σταματήσεις; Βρήκες τη λύση. Έκλεισες τα μάτια σου. Το σκοτάδι δίνει πολλές φορές τη λύση προβληματίζει, ταλαιπωρεί αλλά και σώζει τη ψυχή από την ανημποριά.
Μπροστά του οι άλλοι 25 άνδρες δεν μιλούσαν. Σκέφτονται ο καθένας με διαφορετικό τρόπο. Άλλος με θαυμασμό, άλλος με έκπληξη , άλλος με απορία , τι δεν ήξεραν;
Κάτι……… δεν ήθελαν να ξέρουν.
Ήθελαν να αισθανθούν την πνοή των άλλων, το ξέχασμα και την προσμονή της επόμενης στιγμής. Ένιωθαν τη διέλευση στην επόμενη στιγμή με εμπόδια, με αγωνία, για την ηδονή της ζωής.
Η Έλευσης από τη στενή πόρτα δεν σε ενθουσίαζε. Σε έκανε να θέλεις να περιμένεις με ¨άλογα¨ συναισθήματα στο σκοτάδι. Να παραμένεις στο τέλος της πομπής. Δεν ήθελες να τιθασεύσεις την αξίωση για τη ζωή, για το άγνωστο, για αυτό κοιτούσες αντίθετα από τους άλλους για να μην σε παρασύρουν στην δική τους ζωή. Καμία δέσμευση δεν ήθελες να νιώθεις.
Ας ακολουθήσουν οι άλλοι τον ίδιο δρόμο. Εσύ αν τα καταφέρεις, χρειάζεσαι κάποιο άλλο διαφορετικό ξεκίνημα.
Σκέφτεσαι μοναδικό οδηγό και συνοδοιπόρο τον εαυτό σου και πρόσφατα σε μια μυθολογία ξαναδιάβασες για το φτερωτό Ερμή που βοήθησε τον Τιμίων τον ξυλοκόπο να βγει από τις δυσκολίες της ζωής του.
Τελικά νιώθεις άξιος και τίμιος απέναντι στον εαυτό σου και περιμένεις μαζί με τις προσπάθειες σου και έναν Ερμή….

Aναζητώντας την ελπίδα


Της Μαρίας Αναστασιάδου (http://iris-artworks.com/)

Και περπατώ.
Έχω στα χέρια ένα μωρό
κι όλο κοιτώ τον κόσμο αυτό
ελπίδα ψάχνω για να βρω

Μέσα στη φύση περπατώ
βουτάω τα πόδια στο νερό
που τρέχει απ’ την πηγή ζεστό
να ξεδιψάσω δεν μπορώ
δεν έχει ελπίδα στο νερό.

Στα δέντρα ανάμεσα περνώ
ψηλά γυρνώ και τα κοιτώ
να αναπνεύσω προσπαθώ
μα οξυγόνο δε θα βρω,
δεν έχει ελπίδα ούτε κι εδώ.

Ξάφνου ξυπνάει το μωρό
και μου θυμίζει ότι είναι εδώ
γυρνώ με μιας και το κοιτώ
κι αμέσως του χαμογελώ
τώρα το ξέρω πως σε αυτό
κρύβεται η ελπίδα που ζητώ.
http://iris-artworks.com/

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Συνομιλία


Της Βίκυς Παπαδοπούλου

Η πύλη ήταν έτοιμη να κλείσει και κανείς δεν ήξερε εάν ήταν για πάντα ή για λίγο. Αυτό που ήξεραν ήταν ότι έπρεπε να προλάβουν. Να προλάβουν να περάσουν από την άλλη μεριά. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, όλων των εμπειριών. Άνθρωποι τρομαγμένοι ή αδαείς. Κάποιοι προσεύχονταν με πρόσωπα στραμμένα προς τον ουρανό ή το πουθενά. Κάποιοι προχωρούσαν βουβοί. Κάποιοι έτρεχαν ή φώναζαν για να βρουν οικεία τους πρόσωπα. Όλοι όμως είχαν κάτι κοινό. Ζούσαν έντονα το τώρα. Το παρόν.
Λίγο πριν κλείσει η πύλη τόλμησα να κοιτάξω τι αφήναμε πίσω μας. Ένα πράσινο μονοπάτι φαινόταν που σιγά-σιγά χανόταν. Μετά κοίταξα μπροστά. Ήμουν κάπου στη μέση της παράξενης αυτής πομπής. Κεφάλια με εμπόδιζαν να δω, αλλά ήμουν αποφασισμένη. Σε όλους μας είχαν δέσει τα μάτια με μαντήλι. Αυτό ξέχασα να σας το πω. Αλλά εγώ επέλεξα να το βγάλω. Το κοίταζα πως ανέμιζε την ώρα που το άφηνα να φύγει. Ελεύθερο. Έπιασα τον ώμο του μπροστινού μου. Όχι τόσο για να σκαρφαλώσω πιο ψηλά, όσο για να πάρω δύναμη. Ήθελα να δω. Πηγαίναμε άραγε σαν πρόβατα σε σφαγή ή σε σωτηρία; Πάλευα με κεφάλια και πανικό. Τελικά τα κατάφερα. Είδα μπροστά μου ένα απέραντο πράσινο μονοπάτι. Με ολοστρόγγυλα χαλίκια και δέντρα. Στα αριστερά μας μια γέφυρα. Από ξύλο. Ένα με τη φύση. Τα δέντρα. Χαμογέλασα. Και θαρρείς το χαμόγελο αυτό απέκτησε φωνή, υπόσταση, καρδιά. Το αισθάνθηκαν όλοι. Ένιωσα τη δόνηση. Παύση. Και έπειτα ένιωσα ένα χέρι στο χέρι μου. Ζεστασιά. Ένα άλλο στον αριστερό ώμο μου. Λίγο πιο πάνω από την καρδιά. Και μετά άλλο ένα στο δεξί. Σύνολο 25. Μια τεράστια αγκαλιά γίναμε. Όλοι. Ένα σύμπλεγμα. Τι δύναμη που έχει μια αγκαλιά. Τι δύναμη που έχει το τώρα. Ένα τεράστιο πράσινο χαμόγελο. Ζωή.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ούτε λίγο πιο πριν, ούτε λίγο πιο μετά η γλύπτρια χαμογέλασε. Όλη εκείνη την ώρα άγγιζε το μάρμαρο. Η συνομιλία πλέον έχει λάβει τέλος. Τώρα ήξερε τι κρυβόταν μέσα του. Στρώθηκε στη δουλειά...

Τι θα δουν αυτοί;


Tης Μαρίνας Κολιτσοπούλου

Γιατί είναι μαύρα τα πανιά; Λευκά έπρεπε να είναι! Κι όχι δύο. Ένα είναι πάντα. Περίεργο… Κι αυτοί πώς κάθισαν έτσι; Σε τόσο μακριά ουρά; Έπρεπε να μαζευτούν πιο πολλοί μπροστά, να βλέπουν καλύτερα. Κι ο άλλος, με το καρούμπαλο στο κεφάλι; Ήρθε να παρακολουθήσει κι αυτός! Δεν καθόταν σπίτι του μέχρι να γίνει καλά; Θα μου πεις, το καρούμπαλο δεν σε εμποδίζει να δεις. Εδώ, οι άλλοι έχουν δεμένα τα μάτια τους! Τι θα δουν αυτοί; Βλέπεις σινεμά με κλειστά τα μάτια;

– Μαμά, μαμά, έλα, πάμε να μπούμε στον κήπο. Άνοιξαν, άνοιξαν οι μαύρες πόρτες!

Η μαμά με το παιδί μπήκε, είδαν τον κήπο, βγήκαν. Οι άλλοι πάντα εκεί. Περιμένουν να δουν σινεμά άραγε;


Μα

Ευρέ, ειπέ απάντησιν, λαβέ δώρον!


(Κερδίστε αυτό το ωραίο σετάκι.)

Της Μαρίνας Κολιτσοπούλου

Το μπλογκ του Ομήρου σε συνεργασία με τις Εκδόσεις ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΣ, ΤΥΡΑΝΝΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ διοργανώνει διαγωνισμό με πλούσια δώρα!

Απαντήστε και κερδίστε!

Κατηγορία πρώτη

Όλοι ξέρουν, όλοι κερδίζουν!

Ερωτήσεις:

1) Τη γυναίκα του Οδυσσέα την έλεγαν:
α. Πραξαγόρα
β. Αφροδίτη
γ. Πηνελόπη

2) Η πατρίδα του Οδυσσέα:
α. Ιθάκη
β. Κυνός Κεφαλές
γ. Σπάρτη

3) Ο Οδυσσέας έλαβε μέρος σε:
α. Αργοναυτική εκστρατεία
β. Τρωικό πόλεμο
γ. Τιτανομαχία


Όσοι απαντήσουν σωστά, συμμετέχουν αυτομάτως στην κλήρωση που θα χαρίσει σε 50 τυχερούς από έναν πολυτελή τόμο και με τις 24 ραψωδίες της Οδύσσειας, σχολιασμένης από εξαίρετους Αλεξανδρινούς φιλολόγους, προσφορά των παλαίφατων Εκδόσεων Πεισίστρατος, και σε άλλους 50 από ένα σερβίτσιο (σετ 1 κρατήρας και 6 κύλικες διά τον οίνον, άπαντα μελανόμορφα αγγεία αρίστης ποιότητος, δείγμα στη φωτό), προσφορά της ΑΚΡΟΝ ΙΛΙΟΝ ΚΡΥΣΤΑΛ (θυμίζουμε ότι η Άκρον Ίλιον Κρυστάλ είναι θυγατρική της πολυεθνικής Τρωάς Κρυστάλ Κεραμίλ, με τη χορηγία της οποίας θα στηθεί το μπλογκ της Ιλιάδας).

Κατηγορία δεύτερη

Για γερούς λύτες!

Όσοι απαντήσουν σωστά στις παραπάνω ερωτήσεις συν την επόμενη μπαίνουν στη ΣΟΥΠΕΡ κλήρωση για ένα ταξίδι επτά ημερών στην Ιθάκη για μία ολόκληρη οικογένεια, όλα πληρωμένα: μετάβαση ακτοπλοϊκώς, διατροφή και φυσικά παραμονή στο υπερπολυτελές ξενοδοχείο «ΟΔΥΣΣΗΟΣ ΠΑΛΑΣ» (Το ξενοδοχείο βρίσκεται παρά θίν’ αλός, το βρέχει κυριολεκτικά το κύμα. Προσφέρει άριστες συνθήκες κλιματισμού, με Σκύθες σκλάβους που σας κάνουν ολημερίς και ολονυχτίς αέρα, επίσης υπάρχει η δυνατότητα για δούλους παιδαγωγούς που αναλαμβάνουν να απασχολήσουν δημιουργικά τα παιδάριά σας όσο εσείς θα παίρνετε το μπάνιο σας. Δυνατότητα ακόμη και για σκλάβες που αναλαμβάνουν να απασχολήσουν δημιουργικά τον σύζυγο όσο η σύζυγος θα υφαίνει).

Ερώτηση:
Ο/η συγγραφέας που θα γράψει μετάφραση της Οδύσσειας στο μέλλον:
α. Νίκος Καζαντζάκης
β. Βιτσέντζος Κορνάρος
γ. Χρυσηίς Δημουλίδου

Για να απαντήσετε σωστά στη μελλοντολογικού τύπου ερώτηση, πρέπει να συμβουλευτείτε μαντείο. Η επιλογή μαντείου είναι της απολύτως δικής σας επιλογής.

Δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό έχουν όλοι, Έλληνες και βάρβαροι. Εξαιρούνται η Paramythou, οι αναγράψαντες ποστ στο παρόν μπλογκ, καθώς και οι συγγενείς τους και οι δούλοι τους.

Μην οκνείς, μην ολιγωρείς!

Ελθέ στο σάιτ, ιδέ διαγωνισμόν, ευρέ και ειπέ απάντησιν, λαβέ δώρον!

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Ορφέας Ψευτοκουλτουρίδης ή "Κριτική για κλάματα"


Της Εύης Καμαρέτα

Hλεκτρονικό Περιοδικό ΄΄ΠολιΚρατόραμα΄΄
www.poli-kratorama.gr

Η κινηματογραφική ταινία ΄΄Οδύσσεια'' αποτελεί έπος για τα κινηματογραφικά δεδομένα και βρίθει βαθυστόχαστου νοήματος και μιας εμπλουτισμένης μη σοβαροφανούς σαφήνειας, η οποία μέσα στην ασάφειά της αφήνει άφωνο τον θεατή που βγάζει ιαχές χαράς. Τα λεπτεπίλεπτα και ολοφάνερα στοιχεία της φαντασιοπληξίας του Ομήρου είναι χαραγμένα πάνω στις λεπτές πτυχές των χαρακτήρων των ηρώων, οι οποίοι παλεύουν με τη μοίρα και το πεπρωμένο. Ο 'Ομηρος σαν ένας γλύπτης που σμιλεύει το μάρμαρο έχει ουσιαστικά χαράξει τις λέξεις πάνω στο χαρτί και τις έχει ταιριάξει με την ψυχοσύνθεση των ηρώων και αυτό είναι διάχυτο στην έκφραση, το λεξιλόγιο και σε όλη γενικώς τη στάση που κρατούν οι πρωταγωνιστές κατά τη διάρκεια του έργου. ΄Ολα αυτά τα στοιχεία συνάδουν με το πνεύμα της εποχής και μας οδηγούν να ανακηρύξουμε τον ΄Ομηρο σε έναν ακριβοθώρητο λεξιπλάστη ιδιαίτερα πολύτιμο στο κοινό με ένα έπος που ολίγοι φαντάζονται. Υποκλινόμαστε στον κοινωνικό διαπλάστη και διαμορφωτή της κουλτούρας των ψυχών ΄Ομηρο!

Ορφέας Ψευτοκουλτουρίδης
pseutokoultour@polis-kratos.gr

Διαβάστε εδώ την κριτική του κοινού (7 σχόλια)

aoidos
Ρε Ψευτοκουλτουρίδη εσύ κατάλαβες τι έγραψες???

anonymos
aoide άιντε... μη σου πω! Μίλησε η υποκουλτούρα... ε, βέβαια πού να καταλάβεις εσύ την εκπληκτική κριτική του κυρίου Ψευτοκουλτουρίδη! Ασ' το, αυτό είναι για προχωρημένους.

C.
paides mhn malonete. emena pantos mou arese apo to ergaki i skinh me touw mnistires. sostos o ody!

anonymos
@C.
''εργάκι'' ολόκληρο έπος;;; Τι να πω σ' αυτήν τη ρηχή και επιφανειακή εποχή που ζούμε!

hlektra
μπορεί κάποιος να μου μεταφράσει την κριτική?

Περίανδρος
Το συστήνω ανεπιφύλακτα. Φοβερός ο ηθοποιός στο ρόλο του γερο Λαέρτη!

Ανδρομάχη
εμένα πάντως μου άρεσε ο σκύλος

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Άπιστοι ταβλαδόροι



Της Ασπασίας Βασιλάκη
http://www.free-greenbean.blogspot.com/

Απ’ του Πολύφημου τη Γη, φύγαμε επιτέλους
Αυτό πια είναι «Οδύσσεια», μ’ αντέχω μέχρι τέλους…
Κι αφού φτηνά τη βγάλαμε, κι όχι κατά διαβόλου
σε λίγες μέρες φτάσαμε, στη νήσο του Αιόλου
Εκεί περνούσαμε καλά, δίχως κακό σημάδι
Ολίγον τι ξενέρωτα, χωρίς γυναίκας χάδι
Λίγο ταβλάκι στην αρχή, λίγο τόξο και ρόκα (=πλέξιμο)
Μπιρίμπα το γυρίσαμε, κι έπειτα λίγη πόκα
Κι αφού παλάτια χάνονταν, βαρκούλες αρμενίζαν
Οι άνεμοι ξεκίνησαν, κλέφτικα και σφυρίζαν…
Έτσι σαν ξενερώσαμε, τελείως μα τελείως
Είπαμε «Άει στον Άνεμο», κεφάτα κι εγκαρδίως
Ο Αίολος –καλό παιδί-, το ‘παιξε υπεράνω:
«Σε ένα ασκό τους άνεμους, προσεχτικά σου βάνω»
Καθώς τους έδεσε γερά, μου ‘ δωσε τη σακούλα
Και στο αυτί ψιθυριστά, μου είπε μιαν ευχούλα:
«Αν θες το σπίτι σου να δεις, σε λίγες μέρες μόνο
Και να καθίσει ο κώλος σου, στον πέτρινό σου θρόνο
Ετούτο τον ασκό εδώ, ποτέ σου μην ανοίξεις
Και στα συντρόφια τ’ άχρηστα, κάλιο να μην τον δείξεις
Και βάλε πλώρη τον καημό, πανί τη νοσταλγία
Κι όταν αράξεις στο νησί, κάνε φυτοφαγία
Πολλές πατσές έχει η κοιλιά, απ’ το πολύ το κρέας
Και στο ακόντιο θα δεις, θα σε κερδίσει ο Αίας
Αλλά το νου σου στον ασκό, δεν είναι «της παρέας»
Μην τον ανοίξουν για να πιουν, Οίνο Ξηρό Νεμέας!
Γιατί στο πι και φι θα δεις, το Λαιστρυγόνιο φάρο
Και όπως λεν οι αλλόθρησκοι, και το Χριστό φαντάρο…»
Κουνούσα το κεφάλι μου, τάχα πως εννοούσα
Κάλιο μ΄ έναν κασμά γερό βαριά να το χτυπούσα
Γιατί θολούρα στο μυαλό, φέρνει η αγαμία
Κι ελπίδα να δω το νησί δεν έχω πια καμία!

Αυτοί οι ανεπρόκοποι, φύγαν όλο βιασύνη
Δεν έπρεπε ούτε μισή, να δείξω εμπιστοσύνη
Γιατί ο νους μου στο κοκό, τα σάλια μου σιρόπι
Το μόνο που σκεφτόμουνα, ήταν την Πηνελόπη
Πώς θα την ξάπλωνα άγρια, απάνω στο κρεβάτι
Πώς θα πηδούσα ολόχαρος, σαν καβαλάρης στ’ άτι
Κι εκεί που τα σκεφτόμουνα κι είχα κιόλας ανάψει
Ο Δίας έριξε φωτιά το πλοίο μου να κάψει
Κάνει τους βλάκες δύσπιστους, πώς τάχα στο τσουβάλι
Ο Αίολος κρυφά απ’ αυτούς, έχει χρυσάφι βάλει.
Κι όσα ο χρόνος δεν μπορεί, λεν, η στιγμή τα κάνει
Μια μαλακία του λεπτού, φτάνει και παραφτάνει…
Κι ενώ τα χρόνια γίνανε λίγες μόνο βδομάδες
Κόπρανα μου τα κάνανε οι άπιστοι Θωμάδες…
Και όσο εγώ «άναβα» στου ύπνου μου τη γλύκαν
Οι άνεμοι απ’ τον ασκό κάνανε «Φτου» και βγήκαν!
Κι έτσι μπουνάτσα και βοριάς, νοτιάς και νηνεμία
Γίνανε ένα ρε γαμώ τη παλιο-κοινωνία
Και το καράβι μια από δω, μια από κει κουνούσε
Στους Λαιστρυγόνες έφτασε και η τύχη μας γελούσε
Όχι με γέλιο της χαράς αλλά της ειρωνείας
Καθώς κοτρώνες έριχναν αυτοί μετά μανίας…

http://free-greenbean.blogspot.com/

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Nέκυια ή "Θέλω τη μαμά μου"


Της Βίκυς Παπαδοπούλου

Άρον άρον φύγαμε από το νησί της Kίρκης.
Eίχα ακόμη στη σκέψη μου τους συντρόφους μεταμορφωμένους σε γουρούνια.

Oι μωροί δεν έχαναν ευκαιρία να μπλέκονται σε μπελάδες! Στεκόμουν στη γέφυρα γελώντας, καθώς θυμόμουν τις γουρουνοκεφαλές τους, και εκείνοι με κοίταζαν παραξενεμένοι. Λες και ήμουν τρελός. Ε! Κατά μία έννοια ήμουν! Mε είχαν αποτρελάνει με τα καμώματά τους. Λες και τους έκανα baby sitting ώρες ώρες αισθανόμουν.
Σύντομα όμως σκοτείνιασα. Σκεφτόμουν τι μας περίμενε σε αυτή τη νέα περιπέτεια. Mια κατάβαση στον Άδη δεν ήταν παίξε γέλασε!

Kαι να φανταστείς άλλοι και άλλοι πλήρωναν τόσα στον Aσκληπιό για να καθυστερήσει την κατάβασή τους. Kαι εγώ πήγαινα πριν την ώρα μου και μάλιστα οικειοθελώς!

Σε ποιον να το έλεγα και να με πίστευε. Βέβαια η μάγισσα ήταν ξεκάθαρη. Είναι θέλημα θεών να πάω και να πάρω χρησμό από τον Tειρεσία. Καλά και να πας στον Άδη γενικότερα θέλημα θεών ήταν, της είπα. Aλλά δεν το συνέχισα, γιατί δεν τοχε σε τίποτα να με μεταμόρφωνε και μένα.Χάθηκε βρε αδελφέ μια επιφάνεια, μια ενανθρώπιση ή έστω ένα όνειρο τελοσπάντων; Tι ζωηρή φαντασία που έχουν οι θεοί του Oλύμπου ώρες-ώρες. Tους βγάζω το καπέλο.

Να εδώ πρέπει ναναι. Φτάσαμε. Περιμίδη και Eυρύλοχε πάρτε από ένα αρνί στους ώμους σας και πάμε. Σιγά μην ξεγοφιαστώ εγώ! Tι τους έχω αυτούς τους ανεπρόκοπους!
Σαν να άκουγα σε απευθείας μετάδοση τις οδηγίες της Kίρκης:

«Θα φθάσει το καράβι σου σε μια ακρογιαλιά στην άκρη του ωκεανού.» Eντάξει φτάσαμε. «Θα ρίξεις άγκυρα εκεί, θα ανοίξεις λάκκο για θυσία, μετά θα θυσιάσεις αρνιά και θα ρίξεις γάλα, κρασί, μέλι και νερό για να βγουν οι πεθαμένοι». Kαλά ούτε συνταγή για ψητό να μου έδινε! Λουκούμι θα γινόταν το αρνάκι, εάν του έβαζα όλα αυτά τα υλικά και το ψήναμε! Aχ! πείνασα πάλι. Θυμήθηκα και το θεϊκό παστίτσιο της Kίρκης (που ήθελε να μου βάλει σε ταπεράκι και εγώ αρνήθηκα). Ώρες ώρες τι ακατάδεχτος που γίνομαι.

Τα έκανα όλα αυτά, λοιπόν, ενώ το στομάχι μου διαμαρτυρόταν εντόνως. Kαι τα αρνιά θυσίασα και το λάκκο με κοφτερό σπαθί άνοιξα (και τι λάκκο ε! Να! με το συμπάθιο) και όλα τα απαραίτητα που αγαπούν οι νεκροί έριξα. Kαι πριν προλάβω να αναρωτηθώ, εάν τελικά όλα αυτά θα έπιαναν τόπο, τσουπ! έκανε την εμφάνισή του ο πρώτος νεκρός.

Ήταν ο Eλπήνορας. Kαλά τον καλύτερο θάνατο είχε ο άτιμος: έσκασε από το πολύ φαγητό και το πιοτό στο παλάτι της Kίρκης. Πάνω στο τσακίρ κέφι έφυγε.

«Kαλέ πότε πρόλαβες και ήρθες εδώ Έλπη;» τον ρώτησα. Kαι αυτός έβαλε τα κλάματα. Kαι τι φάλτσα έκλαιγε, θεέ Aπόλλωνα. Pούφαγε τη μύτη του και μου παραπονιόταν ότι τον είχαμε παρατήσει εξω από το παλάτι, άταφο. Προκομμένοι και εμείς! Aλλά τι να πρωτοπρολάβουμε πια; Aπανωτά το ένα μετά το άλλο μας ήρθε. Kεραμίδα! Tου υποσχέθηκα περίτρανη ταφή, μήπως και σταματήσει, γιατί μου είχε πάρει τα αυτιά. Hρέμησε. Kαλού κακού έβαλα υπενθύμιση. Όταν με το καλό γύρναγα στο πλοίο θα έφτιαχνα αντζέντα. Ένα μυαλό χειμώνα καλοκαίρι τι να μου πρωτοκάνει. Aχ! γραμματέας κατάντησα από βασιλιάς!
Όμως αρκετά με όλα αυτά. Ήταν ώρα για δράση. Kάλεσα ξανά τον Tειρεσία ναρθει επιτέλους, πριν προλάβει και μουρθει κάποιος άλλος. Nα μου δώσει το ρημαδοχρησμό, μήπως και βγάζαμε καμιά άκρη.

Άρχισα να αγριεύομαι κιόλας. Mη γίνει κανένα λάθος και εκ παραδρομής βρεθώ και εγώ στα χλοερά λιβάδια. Γιατί είχε σκοτεινιάσει για τα καλά και εδώ στη λάκκουβα ήταν κάπως.

A! επιτέλους νάτος ο Tειρεσίας ο Θηβαίος, έρχεται κούτσα κούτσα.
Mήπως να του ζητήσω να μου πει το φλιτζάνι καλύτερα; Nα ψήσουμε ένα καφεδάκι σαν άνθρωποι, να κάτσουμε κάπου άνετα και να μου τα πει όλα; Eδώ στριμωγμένοι δεν ήταν και ότι καλύτερο! Aφού είπαμε τα τυπικά με ρώτησε για ποιο λόγο είχα πάει εκεί. Kαλέ τι σόι μάντης ήταν, αν δεν μπορούσε να το μαντέψει αυτό; Mε ζώσανε τα φίδια λιγουλάκι. Aλλά το κατάπια και αυτό. Tι να έκανα; Aφού μπήκα στο χορό θα χόρευα και θα έλεγα και ένα τραγούδι. Ή μάλλον αυτός έπρεπε να μου πει ένα. Άντε, αρκετά το είχαμε καθυστερήσει.Tου πρόσφερα λίγο αρνίσιο αιματάκι ακόμα, μήπως και πάρει μπρος. Eεε ήταν και κάποιας ηλικίας. Aν και μεταξύ μας μια χαρά κρατιόταν.

O Tέρι μετά από το αιματάκι που ήπιε κελαηδούσε. Xωρίς καθυστέρηση άρχισε να μου λέει την αιτία της καθυστέρησης του νόστου μου. Kαλά κασέτα είχε βάλει; Mονορούφι μου τα είπε όλα χωρίς ούτε ένα εεεε. Kαι τι δε μου πε. Ότι κοτζάμ Ποσειδώνας είχε εξοργιστεί μαζί μου και μου το κράταγε μανιάτικο. Ξέρω, ξέρω για τη γνωστή βλακεία που είχα κάνει, τυφλώνοντας τον κανακάρη του, τον Πολύφημο. Mετά μου είπε ότι θα φτάναμε στο νησί του Ήλιου. Nαι μη μας ξεφύγει κανένα νησί! Eκεί, σε ένα καταπράσινο λιβάδι θα βρίσκαμε μπόλικες, παχιές αγελάδες. Ωραίος μεζές! Mια χαρά, γιατί είχαμε πια μπουχτίσει από το πολύ αρνί! Aλλά για κάτσε. Άκυρο. Δεν έπρεπε να τις πειράξουμε, μου είπε, γιατί ήταν ιερές. Kρίμα! Mια μοσχαρίσια μπριζόλα τη λιγουρεύομουν μήνες τώρα! Aν προσέχαμε, είπε, όλα θα πήγαιναν ρολόι. Σύντομα θα μασταν στην Iθάκη. Aπό το στόμα του και του Δία του αυτί! Aλλιώς, αν δεν υπακούγαμε, αλίμονό μας. Θα μας περίμεναν νέες περιπέτειες. Nαι τώρα μας είπε κάτι καινούργιο νομίζει. Παρόλα αυτά, αν συνέβαινε αυτό θα γύρναγα τελικά στην Iθάκη. Mετά από καιρό. Aλλά μόνος μου και με ξένο πλοίο. Kαι όχι μόνο αυτό, μα και εκεί πάλι θα είχα μπελάδες. Nαι, ναι μην με φάει και η ρουτίνα. Θρόνος και γυναίκα κινδύνευαν. Kαι αφού τα είπε όλα αυτά και μου έκανε την καρδιά περιβόλι αποχώρησε.

Ξαφνικά ένιωσα να καταρρέω. Θέλω τη μαμά μου, φώναξα! Kουράστηκα πια. Kαι ξαφνικά την είδα μπροστά μου να εμφανίζεται. Eκεί στο λάκκο. Πλάκα με κάνεις. Tι γύρευε εκεί; A ρε μάνα, από τον καήμο μου πήγες. O πατέρας; Aποσύρθηκε στα χωράφια του βουβός; Σοβαρά; Mην ανησυχείς μάνα, όταν θα γυρίσω στα ώπα ώπα θα τον έχω. Όπως πάντα. Tο Πηνελοπάκι; O μικρός; Παληκάρι σωστό έγινε, ε; Kαι η μάνα, αφού μου είπε τα της οικογενείας, αποχώρησε. Περίμεναν και άλλοι να με δουν. Oυρά είχαν σχηματίσει. Oύτε κουπόνια για σούπερ μάρκετ να μοίραζα. Πόσους παλιούς γνώριμους είδα δεν λέγεται. Mπας και έκανα reunion μέσω facebook και δεν το θυμόμουν; Eίδα ανθρώπους πεθαμένους από καιρό, όπως την Αλκμήνη, μητέρα του Ηρακλή, την Ιοκάστη, μητέρα του Οιδίποδα, τη μητέρα του Κάστορα και του Πολυδεύκη. Αλλά και άλλους φρεσκοπεθαμένους είδα. Όπως τον Aγαμέμνονα. Tον άμοιρο! Kαλά λένε πως ο γάμος είναι σκέτο λαχείο. Kαι κερατωμένος και γδαρμένος έφυγε. H γυναίκα τού του το χε φυλαγμένο. Σαπουνόπερα με τα όλα της η ζωή του. Άμοιρε στρατηλάτη. Tι σου έμελλε να πάθεις! Kαι άλλους είδα.

Τον Αχιλλέα με τον Πάτροκλο. Αχώριστοι και εδώ. Τον αγαπημένο μου συμπολεμιστή, τον Αίαντα (βρε Αία, βρε Αία). Kαι όλοι είχαν και μια παραγγελία για μένα. Kαθήστε καλέ να τα σημειώσω. Kαι ποιον άλλον νομίζετε ότι είδα; Kαλέ τον Hρακλή, τον σούπερ ήρωα. Xαχα. Kλασικά! Mε την ίδια ένδυση ήταν. Δεν αλλάζει συνήθειες ο άνθρωπος, δεν αλλάζει. Eίχε λιώσει το λιοντάρι πάνω του, όλο μπαλώματα ήταν, αλλά αυτός το φορούσε. Kαι αξεσουάρ αχώριστο το ρόπαλό του. Όπως το Πηνελοπάκι. Πάντα με τη τσάντα Cucci στον ώμο. Aυτή που είχα χρυσοπληρώσει από το τελευταίο ταξιδάκι μου στο Mιλάνο. Δέκα βόδια έδωσα για να της την πάρω. Ήταν λίγο πριν αναχωρήσω για την Tροία. Kαλά από εκεί, της είχα πάρει κάτι δερμάτινα! Mα κάτι δερμάτινα! Eίχα γούστο ο άτιμος. Θα της πήγαιναν μούρλια. Eλπίζω μόνο να μην μου πάχυνε. Γιατί πάντα ήταν λίγο λιχούδα, η περιστέρα μου.

Και ήρθαν και άλλοι άγνωστοι νεκροί, μικρά παιδιά, παρθένες, νέοι και γέροι. Καλέ τι συνωστισμός και κακό ήταν αυτό! Τη σκαπουλάρισα όμως και όπου φύγει φύγει. Βγήκα με προσοχή από το λάκκο. Kαιρός ήταν. Kαι επέστρεψα στο πλοίο μαζί με τους ανεπρόκοπούς μου. Και ανοίξαμε τα πανιά και μπήκαμε ξανά στο πέλαγος.

Eεεε…. εδώ τελειώνει η Pαψωδία Λ κατά τους Aλεξανδρινούς πάντα φιλολόγους. Aυτό σήμαινε ότι είχα να τραβήξω πολλά δεινά ακόμη… η Pαψωδία Ω φάνταζε μακριά. Kαλά έκανε ο Όμηρος και δεν τη χώριζε σε ενότητες. Eίχε πιο σασπένς. Δεν ήξερες πόσο κοντά ή μακριά το τέλος ήταν.
Αναρτήθηκε από Para-Mythou στις 2:29 μ.μ.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Ευρύλοχου μονόλογος


Της Ασπασίας Βασιλάκη

Στης Κίρκης όταν φτάσαμε το όμορφο νησάκι
στην αμμουδιά αράξαμε να πιούμε ένα ουζάκι.
Αλλά αρκούδι νηστικό ποτέ του δε χορεύει
και τα συντρόφια ήθελαν μάσα να συντροφεύει.
Ο Οδυσσέας - μανεκέν και πάντα μες στη μόδα
στέλνει εμάς τους δούλους του,
τα πιο γνωστά κορόιδα
να βρούμε κάτι στέρεο
να κόψουμε τη λόρδα…

Περίμενε, περίμενε μα πράμα δεν εφάνη
Ώσπου από τα βάθη του νησιού φέρνω κακό φιρμάνι:
Η Κίρκη, λέει, βίτσιο της έχει ένα βιτσάκι
Που αν σου κάνει ένα τακ, γίνεσαι γουρουνάκι!
Και όλα τα συντρόφια μου γίναν χοντρές πασέτες
Και στου χασάπη τον μπαλτά, έγιναν, λέει, φέτες!
Ο Οδυσσέας ταράχτηκε και έσκισε το Gucci
Πάντα το λέγαν οι Θεοί, από μυαλό κουκούτσι…
Έβγαλε και τα Prada του και φόρεσε τα Camel Safari Trophy
νόμιζε στης Κίρκης πως θα πάμε…

Κι εκεί που βράχια ανέβαινε και ένιωθε χαμένος
Να σου ο Ερμής πασιχαρής πετούσε σα βλαμμένος
«Στάσου, του λέει, Βότανα, έχω για το καλό σου
κι από της τρελής τα μαγικά σώζεις τον απατό σου»
Ο Οδυσσέας πρόλαβε και το μαντζούνι πιάνει
Και μια και δυο στης παλαβής το «μαγαζάκι» φτάνει.
«Κίρκη, φωνάζει όλο θυμό, Κίρκη για δέβρον έξω
Και μάζεψε τα κόλπα σου γιατί θα σου τις βρέξω…»

Έρχεται αυτή σινάμενη και πιάνει το βιτσάκι
Δεν ήξερε πως ήτανε ζόρικο το αντράκι
Κάνει μια τακ, μα τίποτα κάνει άλλη μια μα ούτε
έξαλλη κάτω το πατά «Κι εσύ βιτσάκι Βρούτε!»
Αλλά το είπα και πιο πριν ήταν σκληρό τ’ αντράκι
Κι ένα σουγιά ελβετικό τραβά απ’ το μπατζάκι
«Για κάνε τα συντρόφια μου ανθρώπους μη σε σφάξω
Μη σε κρεμάσω ανάποδα και το νησί σου κάψω»

Αυτή σαν είδε αρσενικό κάργα τεστοστερόνη
κάνει τα ζώα άνθρωπους και το κρεβάτι στρώνει…
Κι αφού για μήνες συναπτούς «κάρφωναν την κασέλα»
«κουνούσανε την αχλαδιά», «άσπριζαν τη μασέλα»,
της είπε πια πως δεν αρκούν τόσοι καημοί και κόποι
και είναι πλέον ο καιρός να δει την Πηνελόπη.

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Ένας Αγέλαος βολεμένος και ολίγον επίκαιρος.


Της Ειρήνης Βεκρή

Χαιρετώ σας, Αγέλαος. Βασιλόπαις -Μνηστήρ το επάγγελμα. Βολεμένος. Τρώμε, πίνουμε παράπονο δεν έχουμε. Λίγο ο γλυκάνισσος στο ψωμί μου πέφτει παραπάνω και το σκόρδο. Σαν να παραείναι μπόλικο στο κατσικάκι, σαν κάπως να με ζαλίζει και πέφτω στον ύπνο. Ξεραίνομαι. Για τα κοψίδια όμως απ’ τα σφαχτά του Εύμαιου, παράπονο κανένα. Στο θαλασσόχορτο βοσκάνε. Και ο οίνος, παλιός και καλός. Αλλά και τί να κάνει ένας βασιλόπαις; Τάβλι, σκάκι, πεσσούς, καμιά ιστιοπλοϊα, κάνα αγώνα δρόμου, πάλης, κανάς τσακωμός, περνά η ώρα. Κάνουμε όλοι υπομονή, ένεκα το βόλεμα. Κι επειδή βλέπω πολύ μακριά, πολλοί θα το λατρέψουν σ’ αυτή τη ζωή.

Μήπως δεν βλέπω πως μας παίζει η Πηνελόπη; Φίνο γυναικάκι, μεστωμένο κάπως, αλλά τί πλέκει πια. Σάβανο του Λαέρτη; Πόσα χιλιόμετρα το κάνει; Και περιμένει λέει τον άντρα της. Κοντά είκοσι χρόνια. Θάχει φάει το κέρατο με το κουτάλι. Αλλ’ αυτή εκεί. Υπομονή. Πλέκει. Καλά κάνει. Κι εμείς καλά περνάμε, καλή συντροφιά, αρχοντολόι, βασιλόπαιδες και βάλε κι αν ο σκύλος δε μας γουστάρει και ξέσκιζε παλιά κανά ποδάρι, τώρα ηρέμησε, γέρασε κι ο Άργος. Και μεις εδώ εν ονόματι της καλοπέρασης και του βολέματος, δεν προσδοκάμε τίποτ’ άλλο να μας δώσει η Ιθάκη.

Κικόνων μεζές, φρουτάκια λήθης και μπεμπόθρεφτοι


Της Βίκυς Παπαδοπούλου

Οδύσσεια
ΡΑΨΩΔΙΑ Ι

Αλκίνοε, με λένε Οδυσσέα, είμαι γιος του Λαέρτη και βασιλιάς της Ιθάκης, μια που ρώτησες. Με πήραν τα ζουμιά κομματάκι γιατί άκουσα τον Δημόδοκο να τραγουδά για την Τροία. Τι να πω, ούτε εκεί να ήταν ο άτιμος! Με έκανε και τα ξαναθυμήθηκα όλα με το νι και με το σίγμα. Να του δώσετε το καλύτερο μεζέ, το αξίζει!! Εμένα πάντως μου κόπηκε η όρεξη.

Βέβαια μια που είμαι και εγώ εδώ, ευκαιρία είναι να σας πω ο ίδιος, από πρώτο χέρι, αυτά που έγιναν μετά. Αυτά που τράβηξα μέχρι να ρθω εδώ στο παλάτι σας. Να τα ακούσετε από έγκυρη πηγή, γιατί σίγουρα στο μέλλον, θα υπάρξει μεγάλη παραπληροφόρηση.

Ένα θα σας δηλώσω μόνο χωρίς να θέλω να κάνω διαφήμιση: ότι έτσι και γινόντουσαν ταινία όλα αυτά θα πηγαίναμε για πολλά όσκαρ. Καλά, του σεναρίου θα το χαμε στο τσεπάκι μας, όπως με βλέπετε και σας βλέπω. Αλλά αρκετά. Μην σας κρατάω άλλο σε αγωνία.

Που λέτε εγώ είμαι ο πολύπαθος Οδυσσέας (όπως θα έλεγε και ο Όμηρος) που τον κρατούσε αιχμάλωτο τόσα χρόνια στο νησί της η κουκλάρα η Καλυψώ. Λέω ξανά το ονοματάκι μου για αυτούς που πιθανόν δεν το άκουσαν ή δεν το κατάλαβαν, γιατί σε ένα ακροατήριο υπάρχουν πάντα και αυτοί.

Και που λέτε, για να μπω κατευθείαν στο θέμα, τέλειωσε ο πόλεμος στην Τροία. Δέκα χρόνια μας πήρε να την κατακτήσουμε, αλλά τελικά τα καταφέραμε. Και τότε επιτέλους τα μάζεψα από εκεί και είπα καιρός να πάμε πίσω στην πατρίδα. Μπήκα στο καράβι μου μαζί με τους συντρόφους και ένας δυνατός άνεμος μας έριξε σε μια ξένη χώρα. Το νησί ήταν γεμάτο αρνιά, αγελάδια, πολλά τέλοσπαντων ζώα, για να μην πολυλογώ με περιττά πράγματα. Πιάσαμε αρκετά από αυτά, τα σφάξαμε και μετά άρχισα να φωνάζω στους συντρόφους να την κάνουμε από εκεί γρήγορα. Μα εκείνοι, τίποτα. Κάνανε τους κουφούς... Καλά το ρόλο του νηπίου δεν τον αποχωρίστηκαν λεπτό!!! Απορώ τώρα που το σκέφτομαι πώς μπορούσαν να είναι συνεχώς έτσι!! Αντί λοιπόν να με ακούσουν είπαν δεν καθόμαστε εδώ να τα ψήσουμε; Και άναψαν φωτιές, βάλανε και τη μουσικούλα τους, ήπιαν τα κρασάκια τους... κανονικό φαγοπότι έστησαν, σε ξένο χωράφι!!! Εεε δεν άργησε να γίνει το κακό. Ποτέ τους δεν με άκουσαν λιγουλάκι. Δεν ήξεραν δε ρώταγαν; Με τις πρώτες μυρωδιές από το ψητό να σου σκάνε μύτη και οι κάτοικοι του νησιού, οι Κίκονες. Ποιοι είναι οι Κίκονες; Οι Κίκονες ήταν κάτι σαν το Γολιάθ στο πιο άσχημο, κάτι σαν τους Γίγαντες των παραμυθιών αλλά με περισσότερα μούσια και με παιδεία καννίβαλου... Ρίξαμε ένα τρεχαλητό άλλο πράγμα.. ούτε νέφτι να μας είχανε βάλει... ξέρετε πού! Τελικά έξι ήταν οι πιο αργοί και δεν κατάφεραν να μπουν στα καράβια και φυσικά έγιναν Κίκονων μεζές!!

Πάλι καλά να λες... μετά τους Κίκονες (τώρα που το σκέφτομαι το όνομα παραπέμπει και σε Κινγκ Κονγκ τέλοσπαντων... εσείς πάντως πήρατε μια εικόνα πώς ήταν) ο άνεμος μας πήρε και μας σήκωσε και μας έριξε τελικά στο νησί των Λωτοφάγων. ΕΕΕΕε μετά τα ψητά ένα φρουτάκι είναι ότι πρέπει. Έτσι σκέφτηκαν οι μωροί συντρόφοι μου και έτρεξαν να κόψουν φρούτα από τα δέντρα. Βρε τους φώναζα αφήστε τα κάτω θα σας πάρω παγωτό μόλις φτάσουμε Ιθάκη τίποτα αυτοί. Βρε θα ξεχάσετε ποιοι είστε και θα μου ξεμείνετε εδώ! Τίποτα πάλι αυτοί. Εεεεε τελικά λίγοι μόνο έφαγαν και έμειναν εκεί. Οι υπόλοιποι πάλι μπήκαμε στα πλοία και... όσα παίρνει ο άνεμος... τελικά μεγάλο πράγμα ναχεις μηχανή στο πλοίο σου και όχι να περιμένεις πότε θα σου φυσήξει ο σωστός άνεμος. Τέλοσπαντων τέλοσπαντων. Τέτοια έλεγα και τότε και φαίνεται οι άνεμοι αγρίεψαν με την ύβρη μου και έγιναν άγριοι και αντίθετοι. Μέρες παραδέρναμε εδώ και εκεί ώσπου φτάσαμε σε άλλο νησί. Ούτε clubbing να κάναμε πια! Δεν είχαμε αφήσει νησί για νησί που να μην επισκεφτούμε εκεί γύρω!! Μόνο την Ιθάκη δεν βλέπαμε....

Φτάσαμε λοιπόν στο νησί των Κυκλώπων. Καλά πρέπει να σας περιγράψω τους Κύκλωπες. Ήταν όλα τα λεφτά, αυτό σας λέω μόνο. Μπορεί να μην είμαι Όμηρος στις περιγραφές... αλλά θα βάλω τα δυνατά μου εδώ. Που λέτε οι Κύκλωπες... είναι σωστοί γίγαντες διαστάσεων ΧΧXL, άγριοι και το πιο καλό, σας το άφησα για το τέλος: έχουν μόνο ένα μάτι στο μέτωπο. Κάτι σαν κινητοί φάροι ένα πράγμα. Ζουν σε σπηλιές μαζί με τα πρόβατά τους. Και από άρωμα τύφλα ναχει το γαλλικό parfum! Μυρίζουν κοπρίλα, φετίλα, μουχλίλα και όλα τα αηδιαστικά -ίλα σε συσκευασία eau de toilette. Με το που φτάσαμε, γιατί είχαν σωθεί όλες όλες οι τροφές, πήρα μερικούς συντρόφους και αρχίσαμε να ψάχνουμε για κανένα αρνί. Kουβάλησα μαζί μου και ένα ασκί με κρασάκι -από αυτό που έτσι και πιεις μισό ποτηράκι βλέπεις αστράκια- και όλοι μαζί ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι που πήγαινε βουρ στη σπηλιά ενός Κύκλωπα.

Καλά με το που είδαμε τις καρδάρες με το γάλα και τυριά μπόλικα πέσαμε με τα μούτρα στο φαί. ΕΕΕ ξέρεις τώρα πώς είναι αυτά. Ο καθαρός αέρας και η θάλασσα πάντα ανοίγουν την όρεξη κομματάκι παραπάνω. Εκεί που ήμουν έτοιμος να ορμήξω στο δεύτερο κεφάλι γραβιέρας (σχεδόν το ίδιο νόστιμη όπως και η κρητικιά) βλέπω να μπαίνει σηκώνοντας σκόνη παντού ένα κοπάδι πρόβατα. Και εντάξει το κοπάδι κανένα πρόβλημα, έλα όμως που τελευταίος μπήκε ένας Κύκλωπας. Και τι Κύκλωπας! Και όχι μόνο μπήκε αλλά έκλεισε και πίσω του την πόρτα. Οι Δωδεκάθεοι να την κάνουν πόρτα δηλαδή... ένας τεράστιος βράχος ήταν που τον σήκωσε λες και ήταν πούπουλο και έκλεισε την είσοδο. Εκατό σκλάβους να έβαζα να την μετακινήσουν ένα μέτρο δεν θα το κατάφερναν ούτε σε ένα μήνα!!! Για τέτοιο βράχο μιλάμε !

Άναψε ένα δεμάτι ξύλα και φωτίστηκε όλη η σπηλιά. Και είδε φάτσα κάρτα μπροστά του εμάς. Είχαμε όλοι ένα βλέμμα να μας κλαίνε οι ρέγγες και η γαϊδουροφωνάρα του μας συνεπήρε όλους!! Φωνή καμπάνα ο Κύκλωπας και με τα γαλλικά και το πιάνο του. Μπαμ έκανε από μακριά... Περίπου μας είπε τα εξής: Πώς τολμήσατε ανθρωπάκια και μπήκατε στη σπηλιά μου; Στην σπηλιά του ξακουστού Πολύφημου; Ξέρετε ποιος είναι είμαι εγώ; Ε; Ξέρετε; Ο γιος του Ποσειδώνα. Ψάρωσα στην αρχή αλλά μετά έβαλα το μυαλό μου να δουλέψει (εεε τι πολυμήχανο με αποκαλούσε συνέχεια ο Όμηρος να τον διαψεύσω τώρα; Δεν λέει!) και αποφάσισα να μην του πω το αληθινό μου όνομα. Έτσι σε μια κρίση ευφυίας του είπα τάχα μου τάχα μου ότι με λένε Κανένα και ότι έρχομαι με τους συντρόφους μου από την Τροία και κοίτα να μας βοηθήσεις. Εεε δεν του είπα μόνο ψέματα δηλαδή. Ο Πολύφημος ήταν πολύ φιλόξενος μαζί μας. Αμέσως ήρθαμε πιο κοντά. Άρπαξε δυο συντρόφους μου και τους κατάπιε σαν πασατέμπο. Εμένα θα μου έκανε τη χάρη και θα με έτρωγε τελευταίο. Έτσι δήλωσε. Μετά το έριξε στον ύπνο. Εμείς που να κλείσουμε μάτι. Το πρωί αντί για γάλα και τυριά προτίμησε πρωτείνη και έφαγε άλλους δυο. Μετά έβγαλε τα πρόβατα και έφραξε την τρύπα. Πανικός έπεσε μέσα στην σπηλιά. Οι σύντροφοι κλαίγανε σαν γυναικούλες. Εγώ προσπαθούσα να κατεβάσω καμιά ιδέα, όταν ξαφνικά είδα μπροστά μου ένα χοντρό ξύλο από κυπαρίσσι. Αυτό είναι είπα και άρχισα να κάνω το κυπαρίσσι ξυλάκι σουβλερό.

Το έκρυψα βαθιά στην κοπριά. Και είχε μπόλικη εκεί άστα να πάνε μην τα θυμάμαι καλύτερα. Τι μπόχα Αφροδίτη μου... και το βράδυ που γύρισε ο υπερφυσικός μπέμπης χάνιμπαλ ξαναέφαγε δυο συντρόφους σαν λουκουμάκι και στρογγυλοκάθισε στο πάτωμα. Τότε μια και δυο το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή. Με το πιο γλυκό μου ύφος του προσφέρω το ασκί με το κρασάκι μου. Το ήπιε ο λαίμαργος μονορούφι και αμέσως το έριξε στον ύπνο. Τρέχουμε, παίρνουμε το κυπαρισσόξυλο, το βάζουμε στη φωτιά και σαν να ήταν το ακόντιο το καρφώνουμε με φόρα στο μπιρμπιλωτό ματάκι του. Ο γίγαντας ξύπνησε και έσκουζε σαν χαλασμένο κλάξον. Οι άλλοι Κύκλωπες έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει και αυτός τους έλεγε αρλούμπες!! Ότι δηλαδή ο Κανένας τον τύφλωσε. Έτσι έφυγαν όλοι βρίζοντάς τον ότι τους ξύπνησε για να τους κάνει πλάκα. Αλλά αυτός είχε πάθει πραγματική πλάκα. Το πρωί άνοιξε έξαλλος τη σπηλιά να βγουν τα πρόβατα. Κάθησε στην είσοδο και έψαχνε τα πρόβατα στις ράχες τους, για να μας γραπώσει, αλλά εγώ είχα δώσει οδηγίες όλοι να κόλλησουμε στις κοιλιές των προβάτων από κάτω. Έτσι σωθήκαμε. Κασκαντέρ γίναμε, αλλά καλύτερα με πρόβληματα μέσης παρά καναπεδάκια.

Όταν φθάσαμε στο καράβι δεν ξέρω τι με έπιασε και άρχισα να τον προκαλώ τον Γίγαντα. Μάγκα μου, του είπα, αν σε ρωτήσει κανείς ποιος σε τύφλωσε να του πεις ότι ήταν ο Οδυσσέας, ο βασιλιάς της Ιθάκης!

Έξαλλο τον έκανα τον Γίγαντα. Έξαλλο. Άρχισε να πετάει βράχους στη θάλασσα. Λίγο έλειψε να μας πετύχει κιόλας. Τυφλός, τυφλός αλλά επικίνδυνος παρέμενε. Και όχι μόνο αυτό αλλά μας καταράστηκε κιόλας και ζήτησε από τον Ποσειδώνα εκδίκηση. Ο μπεμπόθρεφτος!!

Δεν μου έλειπαν λοιπόν όσα βάσανα είχα μου προστέθηκε τώρα και η οργή του Ποσειδώνα στην καμπούρα μου... αχ καμιά φορά απορώ τι μου βρήκε ο Όμηρος και με έκανε πρωταγωνιστή. Εκεί που τα πάω περίφημα κάνω και εγώ τις κουτουμαρίτσες μου...
Εε.. εδώ τελειώνει η Ραψωδία Ι κατά τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους... Δική τους ιδέα ήταν να χωρίσουν την Οδύσσεια σε επεισόδια, κάτι σαν σήριαλ δηλαδή. Τύφλα ναχει ο Φώσκολος!

Το Iθάκη live αποκαλύπτει κι αναστατώνει


Της Μαρίνας Κολιτσοπούλου

Νέο συγκλονιστικό θέμα απόψε στο κεντρικό δελτίο το Ιθάκη TV, ο Οδυσσέας δεν έρχεται στην Ιθάκη. Του είπε λέει ο Όμηρος ότι η αληθινή Ιθάκη είναι στη Λευκάδα και να πάει εκεί! Τι θα γίνει τελικά; Πού θα πάει ο πολυμήχανος Οδυσσέας; Στα παράθυρα του δελτίου, θα βγουν κλασικοί φιλόλογοι και θα πουν τη γνώμη τους. Πού είναι τελικά η Ιθάκη;

Επίσης: η Πηνελόπη εθεάθη να επισκέπτεται μαζί με τη δούλα της την ψυχολόγο-σύμβουλο γάμου Στά-σα. Η ψυχολόγος κρατάει το απόρρητο προς το παρόν, αλλά μας είπε σκανδαλιστικές λεπτομέρειες η δούλα της.
Όλα στο Ιθάκη TV

(Της Εύης Καμαρέτα)

Τι; Πώς; Πότε έγινε αυτό; Δεν έρχεται ο Οδυσσέας στην Ιθάκη;;;;!!!! Kαι ποια είναι η ψυχολόγος Στά-σα παρακαλώ;;; Γιατί εγώ δεν την ξέρω;;; Ποιος πάει να μου φάει τη θέση σ' αυτό το κανάλι και τι σημαίνει ''Penelope's e-memoirs'' πού έπεσε πιο πάνω το μάτι μου;; Τι, δηλαδή, επειδή δεν ομιλώ την γαλλικήν θα με φάνε τα συμφέροντα;;;;;!!!! Απαιτώ εξηγήσεις ΤΩΡΑ! Τρέχω στον αρχικαναλάρχη! Τζάμπα ξεροστάλιαζα έξω από το παλάτι της κυρίας (τρόπος του λέγειν...) Πηνελόπης περιμένοντας αποκλειστικές δηλώσεις για την επιστροφή του ευλογημένου;; Κι αυτός ο χαμένος, χάθηκε να πάρει ένα χάρτη, μια πυξίδα, βρε αδερφέ, να βρει το δρόμο!!! Τι κάνουν κι αυτοί οι Θεοί εκεί πάνω στον ΄Ολυμπο, τζάμπα τους πληρώνουμε τα θεϊκά τέλη και τρέφουμε τα ζα για τις θυσίες;;;Ορίστε μας!

Και όμως είναι χορτοφάγος.


Της Εύης Καμαρέτα

Πού είναι αυτό το κανάλι, το ''Ιθάκη λάιβ'' πώς το λένε, να πάω να εκφράσω την έντονη διαμαρτυρία μου! Που με 'ριξε ο ΄Ομηρος σ' ένα ψωρονήσι και στο τέλος πέρα από τον κοινωνικό αποκλεισμό και το ψυχικό πλήγμα που υπέστη, με τύφλωσαν κι από πάνω! Με παρουσίασαν σαν ένα αιμοσταγές τέρας που τρώω σάρκες, ενώ εγώ ο κακομοίρης είμαι χορτοφάγος εδώ και χρόνια!!! Ούτε ένα κοτοπουλάκι δεν αγγίζω και τις γιδούλες μου τις έχω για το γάλα τους, όχι και να τρώω ανθρώπους!!! Κι αυτός ο πανάθλιος Οδυσσέας, που τον λέει ο ΄Ομηρος και πολυμήχανο, αφού με τύφλωσε μ' ένα ματσούκι, με προσέβαλε κατάφωρα παρουσιάζοντάς με εντελώς βλαξ και διανοητικώς καθυστερημένο!!! Σε ποιον να πω το δράμα μου... !!!

Τόσες συνεδρίες χαμένες...


Της Σταυρούλας Σανιδά
http://psypath.blogspot.com/

Δεν αξίζει τελικά να εμπιστεύεσαι κανέναν! Μου τα έλεγε ο ψυχαναλυτής μου πριν από χρόνια, αλλά εγώ δεν άκουγα! Τόσες συνεδρίες χαμένες. Κόντευε να λιώσει το ντιβάνι από το στιβαρό κορμί μου και τις πλατάρες μου. "Οδυσσέα, πώς επιλέγεις φίλους;" ρωτούσε και ξαναρωτούσε. Και εμένα με έπαιρνε ο ύπνος. Αυτό δεν ήταν ντιβάνι. Ανατομικό στρωματάκι για ύπνο βαθύ θα το έλεγα. Καλά να πάθω! Και πάλι που κοιμήθηκα, ιδού τα αποτελέσματα! Η συντροφικότητα χάθηκε! Μαζί βολοδέρνει με το καρυδότσουφλό μου! Ευτυχώς που η Πηνελόπη μου είναι πιστή; ... Είναι; Και γιατί εξαιρείται δηλαδή; Με τόση σκέψη θόλωσε το μυαλό μου. Ίσως αυτό το ταξίδι μου δώσει τις λύσεις. Ας το απολαύσω λοιπόν!

Iθάκη live!



Της Εύης Καμαρέτα

Πώς θα βγει η Πηνελόπη από το αδιέξοδο;;;
Πώς θα αντιμετωπίσει την επιστροφή;;;
Πώς θα αντιδράσουν οι μνηστήρες;;; Φιλοθεάμων κοινό, ναι, είμαστε εδώ ζωντανά για ένα ακόμα ''Ιθάκη λάιβ''!
(τριαλαλαράμ! ακούγεται η λύρα του αοιδού - πέφτει το σήμα της εκπομπής).

Βρισκόμαστε, λοιπόν, στο παλάτι του θρυλικού ζευγαριού και αυτή τη στιγμή περιμένουμε να φανεί η Πηνελόπη.

(Σιγά, παιδί μου, μου πατάς το μανδύα, πήγαινε πιο κει, εμείς έχουμε ξεροσταλιάσει εδώ απ' το πρωί να περιμένουμε τη λεγάμενη να βγει, δικό μας είναι το αποκλειστικό.)

Μαζί μας θα σχολιάσει τα δρώμενα η δούλα της Πηνελόπης, για να μας μεταφέρει όλες τις γαργαλιστικές λεπτομέρειες του παλατιού!!!

(Αχχχ, μ' αυτό το αποκλειστικό με βλέπω οπωσδήποτε την επόμενη πρωταγωνίστρια σε ραψωδία!!!! Χα!Χμ, έχω ψιλιαστεί ότι κάτι γίνεται και με έναν Ησίοδο. Το βλέπω το αποκλειστικό: ''΄Ομηρος - Ησίοδος: Ποιος θα επικρατήσει τελικά στην μπλογκόσφαιρα;;'' Μήπως να το έλεγα ΄Εργα και Μαύραι Μέραι... μμμμ...ναι!Το αποφάσισα! Πάει και με την οικονομική κρίση! Τέλεια, τέλεια! Ελπίζω να στείλει και κανα εξώδικο ο Ησίοδος, για να τον έχουμε σε αποκλειστική σύνδεση!!!)

Και φταίχτης και πανωλαδιάς


Της Ιωάννας Μπουλντούμη

Penelope’s e-memoirs

Επιτέλους, κοιμήθηκε! Άντε, να ησυχάσει λίγο και το κεφαλάκι μου – κι όχι μόνο!
Τι κάζο ήταν αυτό, Δία μου και Ήρα μου μαζί! Καλά δεν είχα την ησυχία μου τόσα χρόνια, τώρα βρήκε να επιστρέψει ο καταραμένος;

Καλά μου τα’ λεγαν οι φίλες μου: «Πηνελόπη, γεμάτος είναι ο τόπος από μνηστήρες, τι τους θέλεις τους γάμους; Αφού κώλο δε βάζει κάτω ο Οδυσσέας, μόνη σου θα είσαι μια ζωή, τι τις θες τις δεσμεύσεις;». Έλα ντε! Η ώρα η στραβή… Άλλες εποχές όμως τότε. Τα κορίτσια έπρεπε να μικροπαντρεύονται. Πού τώρα; Βλέπω τις βάγιες μου… Οικονομικά ανεξάρτητες, με την καριέρα τους – όπου μέρα τους και νύχτα τους, σιγά μη βάλουν μπελά στο κεφάλι τους…

Ταμπλάς μου ήρθε όταν με ξύπνησε με τις φωνές της η Ευρύκλεια για να μου ανακοινώσει τα "χαρμόσυνα" νέα… Στράφι πήγε το beauty sleep… Από την έκπληξη, το μέτωπό μου γέμισε ρυτίδες. (Να θυμηθώ να κάνω μάσκα με λάσπη από άργιλο). Στην αρχή νόμιζα ότι τη χτύπησε τη γριά το Αλτσχάιμερ. Από περιέργεια περισσότερο σηκώθηκα και πήγα κάτω να δω τι συνέβαινε. Τι το ήθελα; Αυτό δεν ήταν σαλόνι, ο προθάλαμος νεκροτομείου ήταν! Σκιάχτηκα τόσο πολύ όταν είδα τους μνηστήρες πεσμένους τον ένα πάνω στον άλλον, ακίνητους και τόσο, μα τόσο νεκρούς… Ειδικά όταν αντίκρισα τον Αντήνορα, σφίχτηκε η καρδιά μου. Ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά της Ζακύνθου, με τα μπράτσα τα σμιλεμένα και τα μάτια τα μελένια … Τα μάτια αυτά με θωρούσαν τώρα παγωμένα και άψυχα. Παραλίγο να πέσω από τα δεκάποντα πασούμια μου…

Ρουθούνι δεν είχε αφήσει όρθιο ο βρωμιάρης ο ζητιάνος. Δέκα μπουκαλάκια μύρο να σκόρπιζα στο πάτωμα, η μπόχα θα έκανε χρόνια να ξεκολλήσει από τα πλακάκια. Για να πω την αλήθεια, κάτι μου θύμιζε η φυσιογνωμία του, κάτι από τον προκομμένο τον άντρα μου, αλλά πού να τον αναγνωρίσω 20 χρόνια μετά και 20 αφρόλουτρα πριν; Στάθηκα και τον κοίταζα σαν χαζή: ευχόμουν από μέσα μου όλα αυτά να ήταν ένα κακό όνειρο. Ο Όμηρος βέβαια το περιέγραψε πιο ρομαντικά -ότι δήθεν έμεινα σκεπτική γιατί μόνο από τα προσωπικά σημάδια θα αναγνώριζα το στεφάνι μου. Ναι, καλά…

Μη και χάσουν ευκαιρία οι δούλες και δε πασπατέψουν τον ξένο, άρχισαν να τον λούζουν και να τον χτενίζουν αλλά εγώ, εκεί, μουλάρι! Φταίει κι αυτή η καταραμένη η πρεσβυωπία που βλέπω θολά… Και τότε ο αφέντης τα πήρε στον εγκέφαλο και ζήτησε από τις βάγιες να του στρώσουν να κοιμηθεί. Και μου την είπε κι από πάνω, ότι τάχα έχω σιδερένια καρδιά! Ε, τότε το κατάλαβα επιτέλους ότι είχε γυρίσει ο Οδυσσέας, την γκαντεμιά μου μέσα! Και φταίχτης και πανωλαδιάς! «Εμ δεν έχω εγώ σιδερένια καρδιά κακομοίρη μου, εσύ έχεις κοκάλινα κέρατα» έκανα να του φωνάξω, αλλά κρατήθηκα γιατί ήταν οι βάγιες μπροστά και δεν ήθελα να πάρουν κι άλλον αέρα. Αφεντικά και δούλοι, ίδια σκατά έχουμε γίνει ούλοι…

Καλή βλαμμένη είμαι κι εγώ πάντως, φίλες μου bloggers, που ήθελα να τον δοκιμάσω τον αχαΐρευτο. Διατηρούσα βλέπετε μια κρυφή ελπίδα ότι θα είχε ξεχάσει την ιστορία με το συζυγικό κρεβάτι κι έτσι θα έβρισκα ευκαιρία να τον πετάξω έξω. Έλα όμως που αυτός την είπε απ’ έξω κι ανακατωτά! Ποιος; Αυτός! Που τα γενέθλιά μου δεν αξιώθηκε ποτέ να τα θυμηθεί και πάντα κατέβαζα μια μούρη μέχρι το πάτωμα! Μου’ρθε να κρεμαστώ από την περί ου ο λόγος ελιά. Τι να έκανα η καψερή; Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον – μη χέσω τον Πίνδαρό μου μέσα! Και χαρούλες έκανα, και γλύκες έκανα, και την καλή σύζυγο έκανα… Στο κάτω-κάτω με τόσα που έχω περάσει, εγώ δικαιούμαι να του φάω τη σύνταξη… Σιγά μην τον αφήσω να τον ξεκοκαλίσει η κάθε Ναυσικά και η κάθε Καλυψώ. Ρε ουστ από’ κει…

Όμηρος-Ησίοδος: σημειώσατε χ.


Της Μαρίνας Κολιτσοπούλου

Γεια σου, Όμηρε, καλώς ήρθες στην μπλογκόσφαιρα! Διάβασα το πρώτο σου κείμενο και το βρήκα πολύ έξυπνο, σε έβαλα κιόλας στη λίστα με τα αγαπημένα μου μπλογκ.

Όποτε θες, πέρνα να δεις και το δικό μου, το Έργα και ημέραι ενός μπλογκερά www.erga_kai_hmerai_enos_bloggera.blogspot.com

Καλώς ήρθες και πάλι,
Ησίοδος

-----------------

Σκέψεις Ομήρου:

καλό το μπλογκ του Ησίοδου, θα τον έβαζα κι εγώ στα αγαπημένα μου, αλλά έμαθα ότι δεν είναι εντάξει παιδί, κάνει σαν τρελός δημόσιες σχέσεις γιατί τώρα θέλει να εκδώσει ένα νέο βιβλίο του, τη Θεογονία.

------------------
μία εβδομάδα μετά
σκέψεις Ησιόδου

Α, θα τον βγάλω από τα αγαπημένα τον Όμηρο, ψωνάρα. Εκείνος δηλαδή γιατί δεν είπε κάτι για το δικό μου μπλογκ; Ψωνάρα, ναι ψωνάρα είναι. Δεν καταδέχεται να γράψει κάτι και στα άλλα μπλογκ, ούτε λέει τίποτα για τον εαυτό του σε κανέναν. Πολλή μυστικοπάθεια. Μέχρι και στο προφίλ του, εκεί που λέει τόπος, αντί να γράψει ο χριστιανός, ε... ο ειδωλολάτρης ήθελα να πω, αντί να γράψει από πού είναι, μας τρέλανε! 7 πόλεις ανέφερε. Ε δεν είμαστε καλά! Από που είναι τελικά; Αθήνα, Πύλος, Σμύρνη, Χίος, Άργος, Κύμη, Κολοφώνα;

Είναι έξυπνος όμως ο άτιμος. Καλά το άρχισε το πράγμα, για να δούμε πώς θα το πάει

Ησίοδος

----

Όμηρε, το μπλογκ έπεσε (λέμε τώρα... Ποτέ δεν υπήρξε αλλά μην μας πάρουν πρέφα ότι δεν έχουμε ούτε μπλογκ και ότι περιμένουμε κανέναν Πεισίστρατο να γράψει και για μας τίποτα), αλλά έπεσα κι εγώ σε περισυλλογή, διαβάζοντας την Πηνελόπη-Ιωάννα. Πολύ μου άρεσε το Πηνελοπάκι! Προβληματίστηκα όμως για το πώς μας βλέπουν εμάς τους άντρες οι γυναίκες. Από τη μυκηναϊκή εποχή, μας έλεγαν ότι οι γυναίκες κάθονται και μας περιμένουν όταν λείπουμε και υφαίνουν το πανί τάκα-τούκα (από τη σύγχυσή μου έπεσα σε αναχρονισμό...) κι εδώ βλέπω άλλες καταστάσεις, αγρίεψαν οι γυναίκες!

Ησίοδος

Το τάπερ με τα κεφτεδάκια



Tης Μαρίας Γρηγοροπούλου

Ραψωδία ε

Δίας (πηγαίνοντας περά δώθε σκεφτικός, σκυφτός, με το χέρι στο πηγούνι):

«Ωχ πιά!! Πεισματάρα κι αυτή η Καλυψώ!! Δεν αφήνει τον άνθρωπο (Οδυσσέα) να φύγει να πάει στην Πηνελοπίτσα του... Σου πετάει ένα «Όχι!! Όχι!! Όχι!! δε θέλω να αφήσω τον Οδυσσέα να φύγει! Περνάμε τόσο ωραία τα δυό μας…χι,χι…». Ε, λοιπόν φτάνει πια!! Άκου κει, και χι,χι,…! Ερμή, βάλε αμέσως τα γρήγορα χρυσά φτερά σου (ξέρεις αυτά με τις αεροτομές που σου χάρισα φέτος) και τρέχα! Τρέχα στην Καλυψώ να της πεις ότι την προστάζω ν’ αφήσει πια τον Οδυσσέα να φύγει, να γυρίσει σπίτι του στην Ιθάκη. Α! και που ‘σαι, χωρίς βοήθειες και άλλα τέτοια κόλπα! Μόνος του πρέπει να τα καταφέρει. Ακούς; Μόνος του».

Η Καλυψώ θυμώνει και πικραίνεται πολύ με τα νέα αυτά, αλλά τι να κάνει… Το παίρνει απόφαση. Όσο για τον Οδυσσέα θαρρώ πως ακόμη τρέχει, χοροπηδά και φωνάζει δυνατά

«Γυρίζω στην πατρίδα!! Γιουχου! Γυρίζω στην αγαπημένη μου γυναικούλα! Αχ!!Πηνελόπη…!!».

Η Καλυψώ ωστόσο δεν μπορεί να αντισταθεί σε έναν ακόμη πειρασμό (Βλέπεις δεν αλλάζει ο άνθρωπος!). Να βοηθήσει τον Οδυσσέα, παρά τις εντολές του Δία για το αντίθετο. Έτσι, να ‘σου τα ταπεράκια με τα κεφτεδάκια και τη σπανακόπιτα, ψωμί ζυμωτό και ώριμες λαχταριστές ντομάτες. Νερό μπόλικο (γιατί η αλμύρα της θάλασσας φέρνει τρελή δίψα) και φρούτα, πολλά λαχταριστά φρούτα εποχής. Και φυσικά εργαλεία κάθε λογής για την κατασκευή μιας ξύλινης γερής σχεδίας, και ακόμη χάρτες, πολλούς χάρτες για να μην χάσει το δρόμο του ο Οδυσσέας στη θάλασσα.

Κάπως έτσι, συνεχίζει λοιπόν το μακρινό ταξίδι του ο Οδυσσέας για την Ιθάκη. Έλα όμως που μετά από δεκαεφτά ολόκληρες μέρες καταμεσής στη θάλασσα, κι ενώ τα κεφτεδάκια κοντεύουν να τελειώσουν, τον παίρνει χαμπάρι ο Ποσειδώνας και διατάζει τα κύματα σε άγριο, τρελό χορό… Μεγάλη θαλασσοταραχή σου λέει… Άσπρισε η θάλασσα από το κύμα! Τα ψάρια και τ’ άλλα πλάσματα της θάλασσας κρύφτηκαν στο βυθό άρον άρον! Η σχεδία του Οδυσσέα θαλασσοδέρνεται σαν καρυδότσουφλο. Και κρακ από δω κρακ από κει, χάνει την αναμέτρηση με τα κύματα και διαλύεται. Ίσα που κι ο ίδιος προλαβαίνει να βγάλει τα ρούχα του όπως όπως και να γαντζωθεί γερά από ένα δοκάρι, απομεινάρι της σχεδίας του (ευτυχώς γερό ακόμη). Κι αν δεν ήτανε το θεόσταλτο σωσίβιο μαντίλι; Aστα! Παρέα με τις γοργόνες και λοιπούς στο βυθό της θάλασσας θα ήταν τώρα ο Οδυσσέας… Πάλεψε όμως, αγωνίστηκε με όλες τις δυνάμεις του… Βλέπεις είχε στόχο. Την πατρίδα… Έ! Εντάξει! Έβαλε και λίγο το χεράκι της η θεά Αθηνά να ημερέψει λίγο η θάλασσα, (που μεταξύ μας εντωμεταξύ είχε κουραστεί κούνα κούνα τη σχεδία), και με τα πολλά, να σου ο Οδυσσέας στη στεριά, στη χώρα των Φαιάκων. Γυμνός, κατάκοπος, διψασμένος κι εξαθλιωμένος. Με γαλήνη στην ψυχή ωστόσο… Ήταν η ώρα για έναν γερό, γλυκό, ύπνο, να απαλύνει τις πληγές του. Και ν’ ανακτήσει τις δυνάμεις του. Έτσι κι έκανε…

Homeward bound...I wish I were...


Της Ειρήνης Βεκρή

Τί άλλο να λαχταρήσω περισσότερο, από το παλιό μου κύπελο (ας είναι σκαλιστό κι ολόχρυσο), τίγκα στον κυκεώνα από της Πηνελοπίτσας μου τα χέρια, με φρεσκοκομένο κριθάρι, μυριστικά και ολόπαχο κατσικίσιο τυρί. Κι ας μην είναι πια, η Πηνελόπη μου, η ξένοιαστη παιδούλα...

Ύστερα, να τί θάθελα, γάλακτος κατσικάκι, μέσα σε πήλινο παλιό καλά δοκιμασμένο, με δεντρολίβανου κλωνιά συχνά να το ραντίζουν θαλασσινό νερό, να το φρεσκάρουν συνεχώς, μην χάσει τα υγρά του, πάνω σε κλιματόβεργες ξερές, για ωρα να το ψήνουν.
Και για το τέλος άφησα να πάω να πλαγιάσω στο σκαλιστό κρεβάτι μου, που ο ίδιος έχω φτιάξει μες στην παλιά βελανιδιά, ολοζώντανη που ήταν κι έχτισα και την κάμαρη απέξω, να το κρύβει. Την Πηνελόπη δίπλα μου που έχω πεθυμήσει.
Την είδα την Ιθάκη, ήμουν κοντά. Ύστερα, να μου χάθηκε ξανά. Το ασκί. Οι ανέμοι. Η φουρτούνα. Οι Λαιστρυγόνες, η Κίρκη, οι Κύκλωπες, οι άμυαλοι, οι ζηλιάρηδες συντρόφοι, τα γουρούνια της Κίρκης. Η Μοναξιά. Την Ιθάκη θέλω. Τη λαχταρώ. Τί θα πει ο άλλος ποιητής; Να μη βιάζω το ταξίδι μου καθόλου; Μπάφιασα πια. Όχι άλλο. Να φτάσω, να φτάσω θέλω.

Τους την έσκασα!


Της Μαρίας Αναστασιάδου.

Ευτυχώς που η Κίρκη με είχε προειδοποιήσει για εκείνα τα πουλιά με το ανθρώπινο κεφάλι, τις σειρήνες. Να κλείσω επιτέλους τ’ αυτιά των συντρόφων μου μπας και βγούμε και καμιά φορά σώοι από μία περιπέτεια. Τι τούβλα Θεέ μου! Δεν μας φτάνει η γκαντεμιά μας με τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες, έχουμε και τα ξερά τους τα κεφάλια. Που τους έβαλαν ν’ ανοίξουν τους ασκούς του Αιόλου και να μας ξαναπάνε πάλι πίσω από κει που ξεκινήσαμε. Ας μη μιλήσουμε για το ήθος και την εγκράτειά τους. Κάποιοι ακόμα ρεμβάζουν στη χώρα των Λωτοφάγων, ξεχασμένοι από τον Όλυμπο και τον Άδη. Και εκείνη η αθεόφοβη η Κίρκη ακόμα γελάει μαζί μας. Που αφήνουμε τα πάθη μας να μπουν ανάμεσα στην πατρίδα και την οικογένειά μας.

Τη βλέπω τη δουλειά. Θα φτάσω στην Ιθάκη μόνος κι έρημος, γέρος κι άπλυτος, χωρίς κανέναν άνθρωπο δίπλα μου. Αντί να σφίξω στην αγκαλιά μου την όμορφή μου Πηνελόπη, θα αντικρύσω μια γριά που ζήτημα αν θα βλέπει για να με γνωρίσει. Κι ο σκύλος μου θα έχει ψοφήσει κι αυτός, σιγά μη κάτσει να με περιμένει τόσα χρόνια. Τι να πει και να κάνει κανείς με τέτοιους συντρόφους.

Γι’ αυτό κι εγώ τους έκλεισα σας λέω τ’ αυτιά μπας και γλιτώσω. Και δέθηκα στο κατάρτι να ακούσω μόνος μου το μαγευτικό τραγούδι των σειρήνων, χωρίς να ακούω την γκρίνια των συντρόφων μου αλλά και χωρίς να αφήσω κι αυτές να με ξεγελάσουν…

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Τα ρούχα μου πάντως δεν τα βγάζω.


Όπως σας είπα, θα αναρτώ σιγά τις ιστορίες που γράψατε στα σχόλια.Με τη σειρά που ελήφθησαν! Ο τίτλος δικός μου. Αν πάντως δεν αρέσει στον συγγραφέα ο τίτλος που δίνω στην ιστορία του, να μου το λέει να τον αλλάζω με τον τίτλο της αρεσκείας του.
Ξεκινά ο "dimos".
_________________________________________________________________________________
Toυ Δήμου Καραμανλή

Ο ήρωάς μας (Οδυσσέας) είναι ξαπλωμένος ανάσκελα σε κάποιο κρεβάτι, ημίδιπλο απ' ότι μπορώ να διακρίνω, έχει βλέπεις σκοτάδι έξω (μου τέλειωσαν ήδη οι μπαταρίες του φακού) και αρκετά άνετο αν κρίνεις από το πόσο πολύ φαίνεται να βουλιάζει στα παπλώματα. Τα χέρια του στηρίζουν το κεφάλι του πάνω από το μαξιλάρι, φαίνεται να σκέφτεται νοσταλγικά, όσο νοσταλγικά μπορεί να σκέφτεται κάποιος που κοιτάζει το ταβάνι, μπορεί απλά να το λέω επειδή ξέρω κάποια πράγματα σχετικά με την ιστορία του...
"Έχει πλάκα που δε νυστάζω, μπορεί και να μου κακοφαίνεται που ξαπλώνω να κοιμηθώ σε κρεβάτι ήρεμα μετά από τόσες μέρες. Τα ρούχα μου πάντως δε τα βγάζω, δε θέλω ξανά παρεξηγήσεις. Άσε που πρέπει να σηκωθώ και βαριέμαι. Τα πεθύμησα, αυτό είναι! Προσπαθώ να δικαιολογηθώ, αν και δεν πιάνουν σε μένα αυτά τα κόλπα. Πω πω, τι ήταν και το σημερινό, πάλι καλά που βρέθηκε κι εκείνη η καλή κοπέλα να με προσανατολίσει γιατί τα είχα χάσει τελείως. Πρέπει να με ξύπνησε ο ήχος των κυμάτων, πόσο τα μισώ πια, λογικό στο σημείο που βρήκα να κοιμηθώ. Στάσου. Τα κορίτσια; Πριν ή μετά; Εεε, δεν μπορώ να θυμηθώ.... Μετά! Ναι, ναι, δεν πρέπει να ήμουν και πολύ ευχάριστο θέαμα, όχι ότι τώρα είμαι, αλλά κι εγώ θα τρόμαζα αν έβλεπα ένα σκελετωμένο τύπο να βγαίνει γυμνός από το νερό. Με το δίκιο τους. Ευτυχώς τα βρήκαμε μετά, ζήτησα συγγνώμη, αν και φαίνονταν κάπως. Ίσως είναι ιδέα μου. Η Ναυσικά έχει δει τους Πειρατές, τη ρώτησα μετά, που αλλιώς! Εκεί θα έμενα!
Ε, να θυμηθώ να πάμε με την Πένυ (το Πηνελοπάκι) στην καινούργια που βγαίνει, αν και θα με σύρει αυτή, Τζόνυ Ντεπ βλέπεις.
Αύριο γυρίζω, ευτυχώς τα έβγαλα από μέσα μου όλα πριν στο βασιλιά, αν και θα τα σκέφτομαι πάλι τώρα, ο μικρός στη γωνία παίζει να τα κάνει βιβλίο, έγραφε σαν τρελός. Πώς τον λέγανε να δεις... Ο... Όμηρο! Δε βαριέσαι...

Dimos (ψάξτε το blog του http://ineedo2.wordpress.com/)

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

O Όμηρος blogger (3)

Όλες οι ιστορίες που εμφανίζονται στα σχόλια είναι θαυμάσιες. Θα τις ανεβάζω σιγά σιγά, μια μια και με τη σειρά, ως κύριες αναρτήσεις. Με την υπογραφή των συγγραφέων, φυσικά. (Όσων το όνομα εμφανίζεται).
Στο μεταξύ διαβάστε τα τελευταία σχόλια στο O Όμηρος blogger 1 και 2 για να απολαύστε σπαρταριστά επείσόδια Οδύσσειας.