Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Για τα αληθινά παραμύθια

"Κάθε αληθινό παραμύθι έχει μια δάσταση τρομακτική.Όπως οι ιστορίες του Χόφμαν ή του Λιούις Κάρολ."

Λ.Αρκουμανέα, από κριτική θεάτρου, Βήμα, 31/12/2010

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Για το μυθιστόρημα

"Το μυθιστόρημα δεν εξετάζει την πραγματικότητα, αλλά την ύπαρξη. Κι η ύπαρξη δεν είναι αυτό που έγινε. Ύπαρξη είναι το πεδίο των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Όλα όσα ο άνθρωπος μπορεί να γίνει, όλα όσα είναι ικανός να κάνει. Υπάρχω σημαίνει είμαι μέσα στον κόσμο."
Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος, Εστία. σελ.84.

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Το κομμάτι του ξένου


Της Κατερίνας
Η μεγάλη ώρα έφτασε! Όλοι καθισμένοι γύρω από το τραπέζι και στη μέση στολισμένη η βασιλόπιτα! Όλη την χρονιά περίμενε ο Δημητράκης. Ήταν σίγουρος, φέτος θα τύχαινε στο κομμάτι του εκείνο το λαμπερό φλουρί. Αγιοκωνσταντινάτο! Και μόνο η λέξη του φαίνονταν φανταστική.

Σώπασαν οι γιορτινές κουβέντες και απλώθηκε ησυχία ιερή. Με ευλάβεια την πήρε μπροστά του και τη σταύρωσε ο κ. Αλέξανδρος ο νοικοκύρης. Τότε ξεκίνησε με καθαρή φωνή, «Του Χριστού…», «της Παναγίας…», «του Αγίου Βασιλείου», «Του φτωχού και του ξένου…»

Παράδοση από τα παιδικά χρόνια ήταν και την είχε κρατήσει ο κ. Αλέξανδρος. Έτσι του ‘μαθε ο δικός του ο πατέρας έτσι ήθελε να μάθει κι αυτός στα παιδιά του. Τα πρώτα κομμάτια ανήκαν στον Θεό, τους αγίους του και τους «σταλμένους από αυτόν» όπως έλεγε η μάνα του. Και μετά η αγωνία μεγάλωσε καθώς ακούγονταν τα ονόματα τους ένα ένα με πρώτον τον νοικοκύρη... Πήρε ο Δημητράκης το κομμάτι του. Έσκαψε αλλά τίποτα δεν γυάλισε στο βάθος. Σα να συννέφιασε το παιδικό του πρόσωπο. Χαρούμενη ακούστηκε τότε η φωνή της μάνας! «του ξένου! στο κομμάτι του ξένου φέτος! Καλή χρονιά»!

Πως δεν έβαλε τα κλάματα εκεί μπροστά ο Δημητράκης ούτε που το κατάλαβε. Σκέφτηκε τι άσχημη λέξη ήταν αυτή, εδώ του κάθονταν. Να πάρει αυτός ο «ξένος» το αγιοκωνσταντινάτο του δεν το χώραγε ο νους του, μα πιότερο η καρδιά του. Οι ξένοι…η κ. Μάτα που ερχόταν και βοηθούσε τη μαμά στο σπίτι, ο κ. Γιούρι που καθάριζε το σχολείο, ο Χουάν που ήθελε να κάνουν παρέα. Οι ξένοι να πάρουν το φλουρί του! Ναι τους συμπαθούσε σαν δεν τον ενοχλούσαν, αλλά αυτό παραπάει.

Έπιασε η μητέρα με το βλέμμα της τον μικρό. Τον πήρε στην αγκαλιά της. Όλα της τα ’πε για τους παλιοξένους, τους φτωχούς και βρώμικους, που του πήραν το φλουρί του φέτος! «Να πάνε αλλού! Και κανένας από αυτούς να μην ξαναπατήσει σπίτι ούτε η φίλη του η ..............» Φώναξε και έφυγε από κοντά της.

Στάθηκε μπροστά στο δέντρο. Αυτό έκανε κι όταν γυρνούσε φουρτουνιασμένος από το σχολείο. Γεμάτο φωτάκια που παιχνίδιζαν πάνω στις μπαλίτσες και τους έδιναν τόσο παράξενα χρώματα. Πόσο του άρεσαν τα μικροσκοπικά ζωάκια, οι καλοσυνάτοι βοσκοί, οι φανταχτεροί μάγοι... του άρεσε να κάθεται να την κοιτά και βάζει χίλια δυο στο νου… πως ζούσε λέει τότε και βρέθηκε εκεί και ζέστανε το μικρό Χριστούλη με το μπουφάν του, αυτό το κίτρινο που του άρεσε πολύ...

Ήρθε και η μητέρα δίπλα μα όχι για να του μιλήσει. Σιωπηλά πήρε τη φάτνη άνοιξε την πόρτα και την ακούμπησε έξω από το σπίτι. «Τόσες μέρες έχουμε ένα ξένο εδώ. Καλύτερα να τον βγάλουμε έξω», αποκρίθηκε. Απόρησε ο Δημήτρης, τέτοια αστεία δεν έκανε η μητέρα ποτέ. «Δημητράκη κι Εκείνος ξένος ήρθε, και τότε δεν τον δέχτηκε κανείς. Αφού, λοιπόν, δε θέλεις ξένους εδώ, θα τον βγάλουμε έξω». Ντράπηκε ο Δημήτρης. Αγκάλιασε στοργικά τη φάτνη και την έφερε μέσα. Τώρα πια γι’ αυτόν κανένας δεν ήταν ξένος.





Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Καλά Χριστούγεννα, Καλές Γιορτές από...

Την ομάδα μας...("Από το μελάνι στο σανίδι..." )

Μετά τη δραματοποίηση του παραμυθιού "Φον Κουραμπιές
εναντίον Κόμη Μελομακαρόνη" του Κ.Χαρίτου, Μεταίχμιο.
 
Σκηνοθεσία: Αλίκη Στ. και Βιολέτα
Aπό τα "σκηνικά" της παράστασης Φον Κουραμπιές εναντίον Κόμη Μελομακαρόνη.
Τα ζωγράφισε η Βιολέτα.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Το βασιλόπουλο δεν κάνει ποτέ λάθος

Της Ροζίτας Αναγνώστου



Στην οδό Αίαντος, έναν ήσυχο δρόμο με ψηλά δέντρα, σε μια μεγάλη μονοκατοικία ζει ο μεγαλοεπιχειρηματίας Σταχτούλας με την κόρη του, τη δεσποινίδα Σταχτούλα. Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους τριγύρω έχουν να σου πουν τα καλύτερα λόγια για τον πατέρα Σταχτούλα. Χαμηλών τόνων άνθρωπος, ευγενικός και γλυκομίλητος. Αλλά για την κόρη του .. αλίμονο! Κακομαθημένη, ακατάδεχτη και ξιπασμένη θα σου πουν. Βλέπεις από τότε που πέθανε η μάνα, ο Σταχτούλας έπεσε με τα μούτρα στη μοναχοκόρη του. Μεγάλη αδυναμία, ό, τι ήθελε εκείνη ήταν γι’ αυτόν διαταγή. Έτσι η κόρη Σταχτούλα έγινε ένας τύραννος, μια εγωίστρια που πίστευε ότι όλοι της οφείλουν.

Όταν έγινε 18 χρόνων και άρχισε να κάνει τη ζωούλα της κανονικά, ένιωσε τον πατέρα της να της γίνεται βάρος.

- Δε μπορώ εγώ να κλείνομαι μέσα για να κάνω παρέα στο μπαμπάκα μου επειδή αυτός δεν αποφασίζει να ξαναφτιάξει τη ζωή του, λέει συχνά στην παρέα της.

Αρχίζει λοιπόν να τον «ψήνει» πως είναι καιρός να βρει μία σύντροφο. Πες-πες και επειδή ο άνθρωπος βλέπει ότι μένει όλο και περισσότερο μόνος αφού η κορούλα του κάθε λίγο λείπει πότε σε βραδυνές εξόδους και πότε σε ταξιδάκια στο εξωτερικό, αποφασίζει να βρει καινούρια σύντροφο και βρίσκει την κυρία Φωτεινή. Μια γυναίκα γύρω στα 50 και κάτι, συμπαθητική και γλυκιά, καθηγήτρια πιάνου. Χήρα εδώ και αρκετά χρόνια η κυρία Φωτεινή έχει μια κόρη, ένα καλοσυνάτο και ήρεμο πλάσμα την Ματίνα που σπουδάζει βιολοντσέλο.

Η κόρη Σταχτούλα μόλις τις γνωρίζει έρχεται στα ίσα της. «Ιδανική περίπτωση», σκέφτεται. «Αυτές είναι στην κοσμάρα τους, μουσική και σπίτι, ό, τι πρέπει για τον πατέρα μου» και έτσι είναι πια ελεύθερη να συνεχίσει την κακομαθημένη ζωούλα της αφού ο μπαμπάς έχει πια τη συντροφιά της Φωτεινής και της Ματίνας.

Κάποια φορά η κυρία Φωτεινή τολμάει να της πει:

- Μείνε απόψε σπίτι, ο πατέρας σου έχει ανάγκη την παρουσία σου, θέλει να σε βλέπει πιο πολύ.

Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.

- Και ποια είναι η δική σου δουλειά; Μήπως νομίζεις εσύ και η κόρη σου ότι έχετε κάποιον άλλο λόγο να ζείτε σ’ αυτό το σπίτι; Όχι κυρία μου!, αστράφτει και βροντάει η Σταχτούλα.

Προσπαθεί με κάθε τρόπο να δείξει στις δυο γυναίκες ότι αυτή είναι η αρχόντισσα και η κυρά και κουβέντες πολλές μαζί τους δε θέλει. Γι’ αυτό όταν κάποια στιγμή τους ανακοινώνει ότι τα Χριστούγεννα θα λείπει στην Ελβετία, γίνεται εκτός εαυτού όταν η Φωτεινή έχει το «θράσος» να της πει:

- Δεν αξίζει ο πατέρας σου τέτοια συμπεριφορά. Πως μπορείς να τον αφήσεις γιορτιάτικα; Αυτός ο άνθρωπος έχει κάνει τόσα για σένα, λίγη ευγνωμοσύνη..

Δεν προλαβαίνει να τελειώσει, η Σταχτούλα είναι πια έξαλλη:

- Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να το παίζεις μητριά; Σου έχω ξεκαθαρίσει τη θέση σου εδώ μέσα. Αλλά κι αν θέλεις να το παίζεις μητριά, δικαίωμά σου. Να ξέρεις ότι εγώ Σταχτοπούτα δεν γίνομαι. Αν σου χρειάζεται μια, ψάξε να τη βρεις στην κόρη σου.

Κάπως έτσι συνεχίζεται η ζωή στην οικογένεια Σταχτούλα όταν κάποια μέρα έρχεται μια πρόσκληση. Ο γιος των φίλων τους των Βασιλόπουλων θα γιορτάσει επειδή πήρε το πτυχίο του. Η κόρη Σταχτούλα απογειώνεται. Ο γιος Βασιλόπουλος είναι πλουσιόπαιδο και ομορφόπαιδο και της αρέσει πολύ. Παλιότερα μάλιστα είχε υπάρξει και κάποιο φλερτ μεταξύ τους. Ευκαιρία να το προχωρήσει. Αρχίζει λοιπόν τα ψώνια και στενάζουν οι μπουτίκ του Κολωνακίου.

Εν τω μεταξύ ο κύριος Σταχτούλας θέλει να ευχαριστήσει τη Ματίνα, το καλό κορίτσι που είναι δίπλα του και του κάνει ατελείωτη συντροφιά.

- Θα πας κι εσύ στο πάρτι. Έχεις δικαίωμα να διασκεδάσεις. Αγόρασε όποιο φόρεμα σου αρέσει και ό,τι άλλο χρειαστείς. Εγώ θα σε πάω στους Βασιλόπουλους κι εγώ θα σε φέρω πίσω. Μόνο που κοιμάμαι νωρίς. Στις 00:30 θα έρθω να σε πάρω.

Έρχεται η μέρα του πάρτι. Η Σταχτούλα έχει εξαντλήσει, μανικιούρ, πεντικιούρ, αποτρίχωση, κομμωτήριο και όλα τα σχετικά. Όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη, έτοιμη πια, δε ρωτάει, δίνει την απάντηση μόνη της: « Εγώ θα είμαι η ομορφότερη».

Φτάνει στο πάρτι. Κόσμος, μουσική, φώτα. «Που είναι ο Βασιλόπουλος;». Και τότε της έρχεται η πρώτη κεραμίδα. Ο Βασιλόπουλος χορεύει μ’ ένα ψηλό, ξανθό κορίτσι. Εκείνη φοράει ένα μακρύ φόρεμα από λεπτό ύφασμα στο χρώμα της άμμου κι εκείνος την κοιτάει συνεχώς στα μάτια. Η κοπέλα γυρίζει το κεφάλι κι η Σταχτούλα βλέπει τη Ματίνα. «Τι θέλει αυτή εδώ; Ώρες είναι .. πρέπει να δράσω». Πλησιάζει αποφασιστικά το ζευγάρι και απλώνει το χέρι της στον ώμο του Βασιλόπουλου. Εκείνος γυρίζει, την κοιτάει και:

- Καλώς την! Χαίρομαι που ήρθες. Πάρε ένα ποτό και καλή διασκέδαση. Θα βρεις καλή παρέα, είναι πολύς κι ενδιαφέρον κόσμος εδώ απόψε.. και γυρίζει στη ντάμα του.

Δεύτερη κεραμίδα. Η Σταχτούλα μένει κοκαλωμένη. Σιγά σιγά απομακρύνεται προς το μπαρ για να πάρει ένα ποτό. Το ζευγάρι συνεχίζει να χορεύει και να μιλάει. Ο Βασιλόπουλος φαίνεται γοητευμένος από τη γλύκα και την ηρεμία της κοπέλας. Μόνο μαζί της χορεύει ως τη στιγμή που η Ματίνα κοιτάει το ρολόι της. Κοντεύει 00:30. Πρέπει να φύγει, την περιμένει ο κύριος Σταχτούλας. Καληνυχτίζει το Βασιλόπουλο βιαστικά, εκείνος την ακολουθεί στην έξοδο και τη βλέπει να μπαίνει στο αυτοκίνητο. Στο φως του δρόμου διακρίνει στο πεζοδρόμιο κάτι να γυαλίζει. Είναι το ασημένιο τσαντάκι της Ματίνας. Σκύβει και το παίρνει.

Την επόμενη μέρα το σπίτι Σταχτούλα γίνεται αρένα. Η Σταχτούλα ωρύεται:

- Μην κάνεις όνειρα, λέει στη Ματίνα, γιατί θα μείνεις μ’ αυτά. Ο Βασιλόπουλος δεν είναι για τα δόντια σου.

- Μα.. τολμάει ν’ αρθρώσει η Ματίνα, εγώ μόνο χόρεψα.. δεν..

- Ματινάκι, πρέπει να ξέρεις ότι εγώ είμαι η κόρη Σταχτούλα, εσύ η κόρη της κυρίας Φωτεινής.

Τελικά το ασημένιο τσαντάκι της Ματίνας γίνεται η αφορμή να δώσει το ζευγάρι το πρώτο του ραντεβού.

Έτσι η κόρη Σταχτούλα έμεινε αρχόντισσα και κυρά στη μεγάλη μονοκατοικία της, αλλά η Ματίνα έγινε αρχόντισσα και κυρά στην καρδιά του Βασιλόπουλου. Πήρε και την κυρία Φωτεινή μαζί της και η Σταχτούλα ψάχνει νέα σύντροφο για τον ταλαίπωρο τον πατέρα της.




Η Ωραία Κοιμωμένη

Της Ρουμπίνης Τσακανίκα




Έναν καιρό και μια φορά ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Είχαν μια χαριτωμένη μοναχοκόρη τη Ρωξάνη. Πριν προλάβει να κλείσει τον πρώτο χρόνο της ζωής της, έκαναν και το προξενιό με τον δίχρονο Ριχάρδο, γιο του βασιλιά του γειτονικού κράτους. (Όχι για τη συμμαχία βέβαια, αλλά αφού ταίριαζαν τα παιδιά…) Όσο μεγάλωνε η Ρωξάνη, οι βασιλογονείς καμάρωναν για την ομορφιά και τα ταλέντα της. Όμως, που ξεφύτρωσε αυτό το φοβερό ελάττωμά της;


- Παίζουμε κρυφτό; τη σκούνταγε ο Ριχάρδος.

- Ωχ που να τρέχουμε τώρα. Βαριέμαι.

- Τότε να φτιάξουμε κάστρα με τα τουβλάκια!

- Που τη βρίσκεις την όρεξη! Νυστάζω, πάω για ύπνο.

Και με τα βασιλικά μαθήματα το ίδιο. Όλο βαριόταν, νύσταζε και χασμουριόταν. Οι βασιλογονείς στεναχωρούνταν. Ο βασιλικός δάσκαλος τους το είπε ξεκάθαρα: «Η πριγκίπισσα πάσχει από οξεία τεμπελίτιδα. Το μόνο που θέλει είναι να κάθεται, να χαζεύει και να κοιμάται». «Τι θα κάνουμε τώρα;» αναρωτιόνταν. Δεν άργησαν να βρουν τη λύση. Ο βασιλιάς τα κανόνισε ώστε να διαδοθεί σε όλο το βασίλειο ότι μια κακιά μάγισσα (πώς έτυχε και κανείς δεν την ήξερε;) από τη ζήλια της είχε κάνει μάγια στην πριγκίπισσα και την είχε καταδικάσει σε αιώνιο ύπνο εκτός αν…(τι να έλεγε τώρα;) Α ναι! Εκτός αν βρεθεί ο πρίγκιπας που θα την αγαπήσει αληθινά. Αυτός μόνο θα καταφέρει να την ξυπνήσει!

«Τον πρίγκιπα τον έχουμε», εξήγησε ο βασιλιάς στη βασίλισσα, «ευκαιρία είναι να ετοιμάζουμε και το γάμο μιας και μπήκε στα 16 η Ρωξάνη». Η βασίλισσα είχε τις αντιρρήσεις της. Η Ρωξάνη της είχε εξομολογηθεί ότι αγαπούσε το Ριχάρδο. Όμως, όλα αυτά δεν έλυναν το πρόβλημα. Τι θα γινόταν μετά; «Μετά… τα παιδιά θα τη βρουν τη λύση»,είπε ο βασιλιάς και σταμάτησε να πονοκεφαλιάζει, ικανοποιημένος που προστάτευε προς το παρόν την κόρη του. Ε, και το κύρος του όσο να ΄ναι.

Οι φήμες διαδόθηκαν παντού και στην αρχή όλοι στεναχωρήθηκαν με την άτυχη μοίρα της πριγκίπισσας. Σιγά σιγά όμως άρχισαν οι ψίθυροι. «Μας δουλεύει ο γερο-βασιλιάς!», «Και μένα μάγια μου έκαναν σήμερα και δε μπορούσα να σηκωθώ απ΄ το κρεβάτι», «Η πριγκίπισσα υπναρού θα μας κυβερνάει αύριο;».

Η Ρωξάνη κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Χαμπάρι δεν έπαιρνε. Ευτυχώς που δε ροχάλιζε κιόλας! Απ΄ την άλλη ο Ριχάρδος ούτε να ακούσει για γάμο. «Να την πάρω γυναίκα μου; Ποια; Αυτή την τεμπέλα υπναρού; Ξεχάστε το!», δήλωσε.

Μια μέρα (περιέργως, γιατί τα πρωινά την έπαιρνε ο πιο γλυκός ύπνος) η Ρωξάνη αποφάσισε να πάει μια βόλτα στο βασίλειο να ξεσκάσει. Μόλις την είδα άρχισαν «Καλώς την ωραία κοιμωμένη!» «Είχατε αϋπνίες σήμερα, υψηλοτάτη;». Η Ρωξάνη γύρισε ξαφνιασμένη. Ώστε όλοι το ήξεραν; Είδε πρόσωπα ειρωνικά, αγανακτισμένα, αδιάφορα. Γύρισε να φύγει ντροπιασμένη. Στο παρακάτω στενό είδε μια φουρνάρισσα να δουλεύει χαμογελαστή. Το γιο του μπακάλη να καλημερίζει ορεξάτα τους πελάτες. Στάθηκε παραξενεμένη. Πιο κάτω, όμως, είδε ένα μικρό ζητιάνο με το χέρι απλωμένο. Μια κουρελιασμένη γριά να ψάχνει στα σκουπίδια. Είδε και άλλα πολλά…

Ήταν το πρώτο βράδυ που η πριγκίπισσα δεν κοιμήθηκε. Δεν την άφηναν όλα αυτά που είδε να κοιμηθεί. Ξημέρωσε το πρώτο πρωινό που την βρήκε ξάγρυπνη. Μια και δυο τρέχει στα εργαστήρια του παλατιού και βρίσκει τις καλύτερες υφάντρες, στα μαγειρεία τους καλύτερους σεφ, στο παλάτι τους καλύτερους συμβούλους. Κάθε βράδυ δουλεύουν όλοι μυστικά και ασταμάτητα. Οι υφάντρες υφαίνουν ρούχα για τους φτωχούς, οι μάγειρες ένα πιάτο για τους πεινασμένους, και η πριγκίπισσα με τους βασιλικούς συμβούλους ψάχνουν λύσεις και σχέδια για όσους δεν έχουν δουλειά, για όσους χρωστάνε, για τα ορφανά και τους εγκαταλειμμένους γέρους υπηκόους.

Κάθε πρωί η πριγκίπισσα Ρωξάνη κοιμάται κατάκοπη. Κανείς δεν έχει καταλάβει τι κάνει. Όλοι όμως βλέπουν το βασίλειο μέρα τη μέρα αλλιώτικο.

Τα νέα δεν αργούν να φτάσουν στο πρίγκιπα Ριχάρδο. Απορημένος επισκέπτεται το γειτονικό βασίλειο να δει τι γίνεται. Κανείς όμως δεν ξέρει να του πει ποιος ντύνει τους φτωχούς και ταΐζει τους πεινασμένους…

Ένα βράδυ μπαίνει κρυφά στο παλάτι. Ανεβαίνει κατεβαίνει, ώσπου στα πιο βαθιά υπόγεια του παλατιού βρίσκει την απάντηση. «Μα ποιος τους έβαλε όλους αυτούς να δουλεύουν για το λαό;» αναρωτιέται. Σε μια μισοφωτισμένη γωνιά βλέπει την πριγκίπισσα να συζητά, να δίνει οδηγίες. Πρώτη φορά του φαίνεται τόσο όμορφη. Και όμως, την είχε δει πρόσφατα. Αυτή είναι η υπναρού τεμπέλα;

Το επόμενο πρωί πριν πέσει για ύπνο η Ρωξάνη βρήκε ένα σημείωμα πάνω στο μαξιλάρι της.

«Δε χρειάζεται το φιλί του πρίγκιπα για να σε ξυπνήσει. Σε ξύπνησε η καρδιά σου. Ελπίζω και η δική μας αγάπη να γίνει από όνειρο πραγματικότητα. Ριχάρδος»


Νομίζω ότι δε χρειάζεται να σας πω τη συνέχεια. Σίγουρα πάντως καταλάβατε γιατί γιατί η ωραία μας Ρωξάνη έμεινε στα παραμύθια ως κοιμωμένη.

Η ωραία, το τέρας και μια μικρή λεπτομέρεια...

Tης Πηνελόπης Βουτσινά

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένας έμπορος φτωχός μα καρπερός
Είχε για κόρες του τρείς θυγατέρες
Μα την πιο όμορφη, έβγαλε Belle
Οι άλλες δυο εκτός απ’ την ασχήμια,
Είχαν και για χουσούρι τους την γκρίνια.
Μια μέρα σαν ξεκίνησε ταξίδι εμπορικό να κάνει ο πατέρας
Εκείνες οι δυο ζήτησαν φορέματα και φοντανιέρες.
Η Belle ίσα που πρόλαβε και είπε στον πατέρα
“Eγώ για δώρο μου θα ήθελα ενα τριαντάφυλλο πατέρα”

Δρόμο πέρνει, δρόμο αφήνει
Μα το δάσος είναι πυκνό και τον πιάνει μια σκοτοδίνη
Και όταν τα μάτια του ανοίγει, φάντης μπαστούνι ενα κάστρο του γυαλίζει
Κάστρο περίεργο, ψηλό και ζοφερό
Μα έχει στον κήπο του τριαντάφυλλο ζηλευτό

Τι ήθελε ο έρμος το τριαντάφυλλο ν’ αντικρίσει
Αφού μόλις το έκοψε ήθελε να το γυρίσει
Το τέρας του έβαλε διορία μέσα σε μια μέρα τη ζωή του ή την κυρία.
Η Belle δέχτηκε μα αναφώνισε με λιγοστό αέρα
“Aς το αγόραζες πατέρα”