Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Και φταίχτης και πανωλαδιάς


Της Ιωάννας Μπουλντούμη

Penelope’s e-memoirs

Επιτέλους, κοιμήθηκε! Άντε, να ησυχάσει λίγο και το κεφαλάκι μου – κι όχι μόνο!
Τι κάζο ήταν αυτό, Δία μου και Ήρα μου μαζί! Καλά δεν είχα την ησυχία μου τόσα χρόνια, τώρα βρήκε να επιστρέψει ο καταραμένος;

Καλά μου τα’ λεγαν οι φίλες μου: «Πηνελόπη, γεμάτος είναι ο τόπος από μνηστήρες, τι τους θέλεις τους γάμους; Αφού κώλο δε βάζει κάτω ο Οδυσσέας, μόνη σου θα είσαι μια ζωή, τι τις θες τις δεσμεύσεις;». Έλα ντε! Η ώρα η στραβή… Άλλες εποχές όμως τότε. Τα κορίτσια έπρεπε να μικροπαντρεύονται. Πού τώρα; Βλέπω τις βάγιες μου… Οικονομικά ανεξάρτητες, με την καριέρα τους – όπου μέρα τους και νύχτα τους, σιγά μη βάλουν μπελά στο κεφάλι τους…

Ταμπλάς μου ήρθε όταν με ξύπνησε με τις φωνές της η Ευρύκλεια για να μου ανακοινώσει τα "χαρμόσυνα" νέα… Στράφι πήγε το beauty sleep… Από την έκπληξη, το μέτωπό μου γέμισε ρυτίδες. (Να θυμηθώ να κάνω μάσκα με λάσπη από άργιλο). Στην αρχή νόμιζα ότι τη χτύπησε τη γριά το Αλτσχάιμερ. Από περιέργεια περισσότερο σηκώθηκα και πήγα κάτω να δω τι συνέβαινε. Τι το ήθελα; Αυτό δεν ήταν σαλόνι, ο προθάλαμος νεκροτομείου ήταν! Σκιάχτηκα τόσο πολύ όταν είδα τους μνηστήρες πεσμένους τον ένα πάνω στον άλλον, ακίνητους και τόσο, μα τόσο νεκρούς… Ειδικά όταν αντίκρισα τον Αντήνορα, σφίχτηκε η καρδιά μου. Ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά της Ζακύνθου, με τα μπράτσα τα σμιλεμένα και τα μάτια τα μελένια … Τα μάτια αυτά με θωρούσαν τώρα παγωμένα και άψυχα. Παραλίγο να πέσω από τα δεκάποντα πασούμια μου…

Ρουθούνι δεν είχε αφήσει όρθιο ο βρωμιάρης ο ζητιάνος. Δέκα μπουκαλάκια μύρο να σκόρπιζα στο πάτωμα, η μπόχα θα έκανε χρόνια να ξεκολλήσει από τα πλακάκια. Για να πω την αλήθεια, κάτι μου θύμιζε η φυσιογνωμία του, κάτι από τον προκομμένο τον άντρα μου, αλλά πού να τον αναγνωρίσω 20 χρόνια μετά και 20 αφρόλουτρα πριν; Στάθηκα και τον κοίταζα σαν χαζή: ευχόμουν από μέσα μου όλα αυτά να ήταν ένα κακό όνειρο. Ο Όμηρος βέβαια το περιέγραψε πιο ρομαντικά -ότι δήθεν έμεινα σκεπτική γιατί μόνο από τα προσωπικά σημάδια θα αναγνώριζα το στεφάνι μου. Ναι, καλά…

Μη και χάσουν ευκαιρία οι δούλες και δε πασπατέψουν τον ξένο, άρχισαν να τον λούζουν και να τον χτενίζουν αλλά εγώ, εκεί, μουλάρι! Φταίει κι αυτή η καταραμένη η πρεσβυωπία που βλέπω θολά… Και τότε ο αφέντης τα πήρε στον εγκέφαλο και ζήτησε από τις βάγιες να του στρώσουν να κοιμηθεί. Και μου την είπε κι από πάνω, ότι τάχα έχω σιδερένια καρδιά! Ε, τότε το κατάλαβα επιτέλους ότι είχε γυρίσει ο Οδυσσέας, την γκαντεμιά μου μέσα! Και φταίχτης και πανωλαδιάς! «Εμ δεν έχω εγώ σιδερένια καρδιά κακομοίρη μου, εσύ έχεις κοκάλινα κέρατα» έκανα να του φωνάξω, αλλά κρατήθηκα γιατί ήταν οι βάγιες μπροστά και δεν ήθελα να πάρουν κι άλλον αέρα. Αφεντικά και δούλοι, ίδια σκατά έχουμε γίνει ούλοι…

Καλή βλαμμένη είμαι κι εγώ πάντως, φίλες μου bloggers, που ήθελα να τον δοκιμάσω τον αχαΐρευτο. Διατηρούσα βλέπετε μια κρυφή ελπίδα ότι θα είχε ξεχάσει την ιστορία με το συζυγικό κρεβάτι κι έτσι θα έβρισκα ευκαιρία να τον πετάξω έξω. Έλα όμως που αυτός την είπε απ’ έξω κι ανακατωτά! Ποιος; Αυτός! Που τα γενέθλιά μου δεν αξιώθηκε ποτέ να τα θυμηθεί και πάντα κατέβαζα μια μούρη μέχρι το πάτωμα! Μου’ρθε να κρεμαστώ από την περί ου ο λόγος ελιά. Τι να έκανα η καψερή; Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον – μη χέσω τον Πίνδαρό μου μέσα! Και χαρούλες έκανα, και γλύκες έκανα, και την καλή σύζυγο έκανα… Στο κάτω-κάτω με τόσα που έχω περάσει, εγώ δικαιούμαι να του φάω τη σύνταξη… Σιγά μην τον αφήσω να τον ξεκοκαλίσει η κάθε Ναυσικά και η κάθε Καλυψώ. Ρε ουστ από’ κει…

Όμηρος-Ησίοδος: σημειώσατε χ.


Της Μαρίνας Κολιτσοπούλου

Γεια σου, Όμηρε, καλώς ήρθες στην μπλογκόσφαιρα! Διάβασα το πρώτο σου κείμενο και το βρήκα πολύ έξυπνο, σε έβαλα κιόλας στη λίστα με τα αγαπημένα μου μπλογκ.

Όποτε θες, πέρνα να δεις και το δικό μου, το Έργα και ημέραι ενός μπλογκερά www.erga_kai_hmerai_enos_bloggera.blogspot.com

Καλώς ήρθες και πάλι,
Ησίοδος

-----------------

Σκέψεις Ομήρου:

καλό το μπλογκ του Ησίοδου, θα τον έβαζα κι εγώ στα αγαπημένα μου, αλλά έμαθα ότι δεν είναι εντάξει παιδί, κάνει σαν τρελός δημόσιες σχέσεις γιατί τώρα θέλει να εκδώσει ένα νέο βιβλίο του, τη Θεογονία.

------------------
μία εβδομάδα μετά
σκέψεις Ησιόδου

Α, θα τον βγάλω από τα αγαπημένα τον Όμηρο, ψωνάρα. Εκείνος δηλαδή γιατί δεν είπε κάτι για το δικό μου μπλογκ; Ψωνάρα, ναι ψωνάρα είναι. Δεν καταδέχεται να γράψει κάτι και στα άλλα μπλογκ, ούτε λέει τίποτα για τον εαυτό του σε κανέναν. Πολλή μυστικοπάθεια. Μέχρι και στο προφίλ του, εκεί που λέει τόπος, αντί να γράψει ο χριστιανός, ε... ο ειδωλολάτρης ήθελα να πω, αντί να γράψει από πού είναι, μας τρέλανε! 7 πόλεις ανέφερε. Ε δεν είμαστε καλά! Από που είναι τελικά; Αθήνα, Πύλος, Σμύρνη, Χίος, Άργος, Κύμη, Κολοφώνα;

Είναι έξυπνος όμως ο άτιμος. Καλά το άρχισε το πράγμα, για να δούμε πώς θα το πάει

Ησίοδος

----

Όμηρε, το μπλογκ έπεσε (λέμε τώρα... Ποτέ δεν υπήρξε αλλά μην μας πάρουν πρέφα ότι δεν έχουμε ούτε μπλογκ και ότι περιμένουμε κανέναν Πεισίστρατο να γράψει και για μας τίποτα), αλλά έπεσα κι εγώ σε περισυλλογή, διαβάζοντας την Πηνελόπη-Ιωάννα. Πολύ μου άρεσε το Πηνελοπάκι! Προβληματίστηκα όμως για το πώς μας βλέπουν εμάς τους άντρες οι γυναίκες. Από τη μυκηναϊκή εποχή, μας έλεγαν ότι οι γυναίκες κάθονται και μας περιμένουν όταν λείπουμε και υφαίνουν το πανί τάκα-τούκα (από τη σύγχυσή μου έπεσα σε αναχρονισμό...) κι εδώ βλέπω άλλες καταστάσεις, αγρίεψαν οι γυναίκες!

Ησίοδος

Το τάπερ με τα κεφτεδάκια



Tης Μαρίας Γρηγοροπούλου

Ραψωδία ε

Δίας (πηγαίνοντας περά δώθε σκεφτικός, σκυφτός, με το χέρι στο πηγούνι):

«Ωχ πιά!! Πεισματάρα κι αυτή η Καλυψώ!! Δεν αφήνει τον άνθρωπο (Οδυσσέα) να φύγει να πάει στην Πηνελοπίτσα του... Σου πετάει ένα «Όχι!! Όχι!! Όχι!! δε θέλω να αφήσω τον Οδυσσέα να φύγει! Περνάμε τόσο ωραία τα δυό μας…χι,χι…». Ε, λοιπόν φτάνει πια!! Άκου κει, και χι,χι,…! Ερμή, βάλε αμέσως τα γρήγορα χρυσά φτερά σου (ξέρεις αυτά με τις αεροτομές που σου χάρισα φέτος) και τρέχα! Τρέχα στην Καλυψώ να της πεις ότι την προστάζω ν’ αφήσει πια τον Οδυσσέα να φύγει, να γυρίσει σπίτι του στην Ιθάκη. Α! και που ‘σαι, χωρίς βοήθειες και άλλα τέτοια κόλπα! Μόνος του πρέπει να τα καταφέρει. Ακούς; Μόνος του».

Η Καλυψώ θυμώνει και πικραίνεται πολύ με τα νέα αυτά, αλλά τι να κάνει… Το παίρνει απόφαση. Όσο για τον Οδυσσέα θαρρώ πως ακόμη τρέχει, χοροπηδά και φωνάζει δυνατά

«Γυρίζω στην πατρίδα!! Γιουχου! Γυρίζω στην αγαπημένη μου γυναικούλα! Αχ!!Πηνελόπη…!!».

Η Καλυψώ ωστόσο δεν μπορεί να αντισταθεί σε έναν ακόμη πειρασμό (Βλέπεις δεν αλλάζει ο άνθρωπος!). Να βοηθήσει τον Οδυσσέα, παρά τις εντολές του Δία για το αντίθετο. Έτσι, να ‘σου τα ταπεράκια με τα κεφτεδάκια και τη σπανακόπιτα, ψωμί ζυμωτό και ώριμες λαχταριστές ντομάτες. Νερό μπόλικο (γιατί η αλμύρα της θάλασσας φέρνει τρελή δίψα) και φρούτα, πολλά λαχταριστά φρούτα εποχής. Και φυσικά εργαλεία κάθε λογής για την κατασκευή μιας ξύλινης γερής σχεδίας, και ακόμη χάρτες, πολλούς χάρτες για να μην χάσει το δρόμο του ο Οδυσσέας στη θάλασσα.

Κάπως έτσι, συνεχίζει λοιπόν το μακρινό ταξίδι του ο Οδυσσέας για την Ιθάκη. Έλα όμως που μετά από δεκαεφτά ολόκληρες μέρες καταμεσής στη θάλασσα, κι ενώ τα κεφτεδάκια κοντεύουν να τελειώσουν, τον παίρνει χαμπάρι ο Ποσειδώνας και διατάζει τα κύματα σε άγριο, τρελό χορό… Μεγάλη θαλασσοταραχή σου λέει… Άσπρισε η θάλασσα από το κύμα! Τα ψάρια και τ’ άλλα πλάσματα της θάλασσας κρύφτηκαν στο βυθό άρον άρον! Η σχεδία του Οδυσσέα θαλασσοδέρνεται σαν καρυδότσουφλο. Και κρακ από δω κρακ από κει, χάνει την αναμέτρηση με τα κύματα και διαλύεται. Ίσα που κι ο ίδιος προλαβαίνει να βγάλει τα ρούχα του όπως όπως και να γαντζωθεί γερά από ένα δοκάρι, απομεινάρι της σχεδίας του (ευτυχώς γερό ακόμη). Κι αν δεν ήτανε το θεόσταλτο σωσίβιο μαντίλι; Aστα! Παρέα με τις γοργόνες και λοιπούς στο βυθό της θάλασσας θα ήταν τώρα ο Οδυσσέας… Πάλεψε όμως, αγωνίστηκε με όλες τις δυνάμεις του… Βλέπεις είχε στόχο. Την πατρίδα… Έ! Εντάξει! Έβαλε και λίγο το χεράκι της η θεά Αθηνά να ημερέψει λίγο η θάλασσα, (που μεταξύ μας εντωμεταξύ είχε κουραστεί κούνα κούνα τη σχεδία), και με τα πολλά, να σου ο Οδυσσέας στη στεριά, στη χώρα των Φαιάκων. Γυμνός, κατάκοπος, διψασμένος κι εξαθλιωμένος. Με γαλήνη στην ψυχή ωστόσο… Ήταν η ώρα για έναν γερό, γλυκό, ύπνο, να απαλύνει τις πληγές του. Και ν’ ανακτήσει τις δυνάμεις του. Έτσι κι έκανε…

Homeward bound...I wish I were...


Της Ειρήνης Βεκρή

Τί άλλο να λαχταρήσω περισσότερο, από το παλιό μου κύπελο (ας είναι σκαλιστό κι ολόχρυσο), τίγκα στον κυκεώνα από της Πηνελοπίτσας μου τα χέρια, με φρεσκοκομένο κριθάρι, μυριστικά και ολόπαχο κατσικίσιο τυρί. Κι ας μην είναι πια, η Πηνελόπη μου, η ξένοιαστη παιδούλα...

Ύστερα, να τί θάθελα, γάλακτος κατσικάκι, μέσα σε πήλινο παλιό καλά δοκιμασμένο, με δεντρολίβανου κλωνιά συχνά να το ραντίζουν θαλασσινό νερό, να το φρεσκάρουν συνεχώς, μην χάσει τα υγρά του, πάνω σε κλιματόβεργες ξερές, για ωρα να το ψήνουν.
Και για το τέλος άφησα να πάω να πλαγιάσω στο σκαλιστό κρεβάτι μου, που ο ίδιος έχω φτιάξει μες στην παλιά βελανιδιά, ολοζώντανη που ήταν κι έχτισα και την κάμαρη απέξω, να το κρύβει. Την Πηνελόπη δίπλα μου που έχω πεθυμήσει.
Την είδα την Ιθάκη, ήμουν κοντά. Ύστερα, να μου χάθηκε ξανά. Το ασκί. Οι ανέμοι. Η φουρτούνα. Οι Λαιστρυγόνες, η Κίρκη, οι Κύκλωπες, οι άμυαλοι, οι ζηλιάρηδες συντρόφοι, τα γουρούνια της Κίρκης. Η Μοναξιά. Την Ιθάκη θέλω. Τη λαχταρώ. Τί θα πει ο άλλος ποιητής; Να μη βιάζω το ταξίδι μου καθόλου; Μπάφιασα πια. Όχι άλλο. Να φτάσω, να φτάσω θέλω.

Τους την έσκασα!


Της Μαρίας Αναστασιάδου.

Ευτυχώς που η Κίρκη με είχε προειδοποιήσει για εκείνα τα πουλιά με το ανθρώπινο κεφάλι, τις σειρήνες. Να κλείσω επιτέλους τ’ αυτιά των συντρόφων μου μπας και βγούμε και καμιά φορά σώοι από μία περιπέτεια. Τι τούβλα Θεέ μου! Δεν μας φτάνει η γκαντεμιά μας με τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες, έχουμε και τα ξερά τους τα κεφάλια. Που τους έβαλαν ν’ ανοίξουν τους ασκούς του Αιόλου και να μας ξαναπάνε πάλι πίσω από κει που ξεκινήσαμε. Ας μη μιλήσουμε για το ήθος και την εγκράτειά τους. Κάποιοι ακόμα ρεμβάζουν στη χώρα των Λωτοφάγων, ξεχασμένοι από τον Όλυμπο και τον Άδη. Και εκείνη η αθεόφοβη η Κίρκη ακόμα γελάει μαζί μας. Που αφήνουμε τα πάθη μας να μπουν ανάμεσα στην πατρίδα και την οικογένειά μας.

Τη βλέπω τη δουλειά. Θα φτάσω στην Ιθάκη μόνος κι έρημος, γέρος κι άπλυτος, χωρίς κανέναν άνθρωπο δίπλα μου. Αντί να σφίξω στην αγκαλιά μου την όμορφή μου Πηνελόπη, θα αντικρύσω μια γριά που ζήτημα αν θα βλέπει για να με γνωρίσει. Κι ο σκύλος μου θα έχει ψοφήσει κι αυτός, σιγά μη κάτσει να με περιμένει τόσα χρόνια. Τι να πει και να κάνει κανείς με τέτοιους συντρόφους.

Γι’ αυτό κι εγώ τους έκλεισα σας λέω τ’ αυτιά μπας και γλιτώσω. Και δέθηκα στο κατάρτι να ακούσω μόνος μου το μαγευτικό τραγούδι των σειρήνων, χωρίς να ακούω την γκρίνια των συντρόφων μου αλλά και χωρίς να αφήσω κι αυτές να με ξεγελάσουν…

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Τα ρούχα μου πάντως δεν τα βγάζω.


Όπως σας είπα, θα αναρτώ σιγά τις ιστορίες που γράψατε στα σχόλια.Με τη σειρά που ελήφθησαν! Ο τίτλος δικός μου. Αν πάντως δεν αρέσει στον συγγραφέα ο τίτλος που δίνω στην ιστορία του, να μου το λέει να τον αλλάζω με τον τίτλο της αρεσκείας του.
Ξεκινά ο "dimos".
_________________________________________________________________________________
Toυ Δήμου Καραμανλή

Ο ήρωάς μας (Οδυσσέας) είναι ξαπλωμένος ανάσκελα σε κάποιο κρεβάτι, ημίδιπλο απ' ότι μπορώ να διακρίνω, έχει βλέπεις σκοτάδι έξω (μου τέλειωσαν ήδη οι μπαταρίες του φακού) και αρκετά άνετο αν κρίνεις από το πόσο πολύ φαίνεται να βουλιάζει στα παπλώματα. Τα χέρια του στηρίζουν το κεφάλι του πάνω από το μαξιλάρι, φαίνεται να σκέφτεται νοσταλγικά, όσο νοσταλγικά μπορεί να σκέφτεται κάποιος που κοιτάζει το ταβάνι, μπορεί απλά να το λέω επειδή ξέρω κάποια πράγματα σχετικά με την ιστορία του...
"Έχει πλάκα που δε νυστάζω, μπορεί και να μου κακοφαίνεται που ξαπλώνω να κοιμηθώ σε κρεβάτι ήρεμα μετά από τόσες μέρες. Τα ρούχα μου πάντως δε τα βγάζω, δε θέλω ξανά παρεξηγήσεις. Άσε που πρέπει να σηκωθώ και βαριέμαι. Τα πεθύμησα, αυτό είναι! Προσπαθώ να δικαιολογηθώ, αν και δεν πιάνουν σε μένα αυτά τα κόλπα. Πω πω, τι ήταν και το σημερινό, πάλι καλά που βρέθηκε κι εκείνη η καλή κοπέλα να με προσανατολίσει γιατί τα είχα χάσει τελείως. Πρέπει να με ξύπνησε ο ήχος των κυμάτων, πόσο τα μισώ πια, λογικό στο σημείο που βρήκα να κοιμηθώ. Στάσου. Τα κορίτσια; Πριν ή μετά; Εεε, δεν μπορώ να θυμηθώ.... Μετά! Ναι, ναι, δεν πρέπει να ήμουν και πολύ ευχάριστο θέαμα, όχι ότι τώρα είμαι, αλλά κι εγώ θα τρόμαζα αν έβλεπα ένα σκελετωμένο τύπο να βγαίνει γυμνός από το νερό. Με το δίκιο τους. Ευτυχώς τα βρήκαμε μετά, ζήτησα συγγνώμη, αν και φαίνονταν κάπως. Ίσως είναι ιδέα μου. Η Ναυσικά έχει δει τους Πειρατές, τη ρώτησα μετά, που αλλιώς! Εκεί θα έμενα!
Ε, να θυμηθώ να πάμε με την Πένυ (το Πηνελοπάκι) στην καινούργια που βγαίνει, αν και θα με σύρει αυτή, Τζόνυ Ντεπ βλέπεις.
Αύριο γυρίζω, ευτυχώς τα έβγαλα από μέσα μου όλα πριν στο βασιλιά, αν και θα τα σκέφτομαι πάλι τώρα, ο μικρός στη γωνία παίζει να τα κάνει βιβλίο, έγραφε σαν τρελός. Πώς τον λέγανε να δεις... Ο... Όμηρο! Δε βαριέσαι...

Dimos (ψάξτε το blog του http://ineedo2.wordpress.com/)

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

O Όμηρος blogger (3)

Όλες οι ιστορίες που εμφανίζονται στα σχόλια είναι θαυμάσιες. Θα τις ανεβάζω σιγά σιγά, μια μια και με τη σειρά, ως κύριες αναρτήσεις. Με την υπογραφή των συγγραφέων, φυσικά. (Όσων το όνομα εμφανίζεται).
Στο μεταξύ διαβάστε τα τελευταία σχόλια στο O Όμηρος blogger 1 και 2 για να απολαύστε σπαρταριστά επείσόδια Οδύσσειας.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

O Όμηρος blogger (λογοτεχνική κριτική!)

Διαβάστε όλοι τα σχόλια στην προηγούμενη ανάρτηση, στον Oμηρο blogger και απολαύστε πολλαπλές αναγνώσεις της Οδύσσειας.
Μπορείτε να συνεχίσετε με ιστορίες από την πλευρά όποιου ήρωα σας εμπνέει (Ναυσικά, Τηλέμαχος, Ευρύκλεια, Άργος, Πολύφημος, Κίρκη, ου, έχει για όλα τα γούστα).
Εγώ τον Πολύφημο συμπαθώ πάντως. Κατά βάθος ήταν καλό τέρας.

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Ο Όμηρος blogger

Είστε στο Home(r)Blogger.blogspot.com

Ανάρτηση 1.

Ε μα πια, αρκετά με την παπαγαλία. Χιλιάδες στίχους να τους λέω απέξω νεράκι. Και δώσ' του οι ατάκες-κονσέρβα όπως το "σαν έφτασε η ροδοδάχτυλη αυγούλα" για να θυμηθώ τη συνέχεια.

Στο κάτω κάτω τυφλό σύστημα ξέρω. Χα! Πετάω το μπαστούνι και τη λύρα μου και μην το είδατε τον Παναή. Δηλαδή εμένα, τον μεγάλο ραψωδό. Blogging, αγαπητοί μου, blogging. Αυτή είναι η πρώτη μου συνομιλία μαζί με το εκλεκτό κοινό του 2010. Και για να μη κατηγορηθώ για παλιομοδίτης, κάνω κάποιες επικαιροποιήσεις στην Οδύσσεια και την Ιλιάδα. Ξεκινώ με Οδύσσεια, ένα γεγονός που έκανε τον Οδυσσέα έξαλλο. Και βοηθήστε παρακαλώ.

Ραψωδία κ: Στην Αιολία (μιλάει ο Οδυσσέας)

Πραγματικά τα πήρα με τους συντρόφους. Παραλίγο να τους...Μου είχε δώσει πριν φύγουμε από την Αιολία ο Αίολος έναν ασκό. Να τον κρατώ δεμένο μες στο πλοίο. Εύκολο.

Η πατρίδα, η Ιθάκη, να έχει φανεί στον ορίζοντα. Η καρδιά μου να χοροπηδά. Τα μάτια μου να βλέπουν το Πηνελοπάκι, ένα ταψί αρνάκι κι ένα κρατήρα κόκκινο κρασί.

Παίρνω έναν υπνάκο, κατάκοπος, ο καιρός γλυκός, δεν είχε λόγο να αγρυπνώ. Με ξύπνησε μια αντάρα, μια φουρτούνα, χανόμασταν. Βλέπω τον ασκό: ορθάνοιχτο και οι άνεμοι σκορπισμένοι στα πέλαγα. Μου εξήγησαν. Οι σύντροφοι άρχισαν να ζηλεύουν, ότι γυρνούσα λέει σπίτι φορτωμένος δώρα από την Τροία κι αυτοί τίποτα. Νόμισαν και το δώρο του Αίολου τίποτα πολύτιμο ποιος ξέρει τι...χρυσό κύπελο, λέβητα...Ορμάνε να το κάνουνε δικό τους και να. Τώρα μεσοπέλαγα όχι Ιθάκη, ούτε σπιθαμή στεριάς δε βλέπουμε. Σα καρυδότσουφλο...

Συνεχίστε παρακαλώ...Η γραμμή των σχολίων να ανάψει με συνέχεια είτε της ίδιας ραψωδίας είτε όποιας άλλης θέλετε. Οδύσσειας.

Home(r)Blogger.

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

H παιδική ηλικία ως ιδεολόγημα

"Η παιδική ηλικία αδυνατεί να μιλήσει για τον εαυτό της, πάντα κάποιος 'μεγάλος' θα μιλάει γι αυτήν, και η μάταιη βεβαιότητα με την οποία εκφράζεται θα μας κάνει να σκεφτόμαστε ότι η παιδική 'ηλικία' αποτελεί, κατά βάθος, μια προσφιλή 'ιδεολογία' των ενηλίκων, ίσως την πλέον παραγωγική μήτρα όλων των ιδεολογικών τους τυφλώσεων."
Του Βασίλη Πατσογιάννη, "Ένας αιώνας παιδικής ηλικίας στα σχολικά αναγνωστικά", Καθημερινή, 2/5/2010